Θέατρο

Θέατρο (24)

Ηταν ο θεατρικός συγγραφέας με τη μεγαλύτερη επιρροή στο μεταπολεμικό θέατρο και ταυτόχρονα ένας μόνιμος αντιρρησίας συνειδήσεως

pinter portrait

 

«Τα εγκλήματα των ΗΠΑ την ίδια περίοδο (σ.σ.: μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) έχουν καταγραφεί πολύ επιλεκτικά,για να μην ερευνήσουμε το κατά πόσον έχει γίνει τεκμηρίωση, παραδοχή ή αναγνώρισή τους ως εγκλημάτων. (...) Ο Μπους και ο Μπλερ γυρίζουν την πλάτη τους στον θάνατο. (...) Ο θάνατος 2.000 Αμερικανών είναι ντροπή.Οδηγήθηκαν στους τάφους τους μέσα στο σκοτάδι.Οι κηδείες είναι ήσυχες,δεν ενοχλούν κανέναν.Οι ακρωτηριασμένοι σαπίζουν στα κρεβάτια τους,μερικοί για το υπόλοιπο της ζωής τους.Οπότε οι νεκροί και οι ακρωτηριασμένοι σαπίζουν και οι δύο σε τάφους διαφορετικών ειδών». Τα αιχμηρά λόγια του Χάρολντ Πίντερ στην πολυσυζητημένη ομιλία του την ημέρα που τιμήθηκε με το βραβείο Νομπέλ (το 2005) ήχησαν ξανά όταν την παραμονή των Χριστουγέννων ανακοινώθηκε ο θάνατός του στα 78 του χρόνια. Ηταν ο θεατρικός συγγραφέας με τη μεγαλύτερη ίσως επιρροή στο μεταπολεμικό θέατρο, έργα του όπως «ο Επιστάτης» και το «Πάρτι γενεθλίων» καθόρισαν τη σύγχρονη πρωτοπορία - σκηνοθέτης, ηθοποιός και ταυτόχρονα αγαπημένος ποιητής της Αριστεράς. Το ύφος του ήταν τόσο διακριτό ώστε ο όρος «πιντερικό» εισήχθη στο αγγλικό λεξικό της Οξφόρδης. Από το 2002 έπασχε από καρκίνο. Το 2005 δήλωσε ότι παραιτείται από τα θεατρικά του ενδιαφέροντα για να επικεντρωθεί στα δράματα της πραγματικής πολιτικής. 

 

Τα πρώτα βήματα 

 

Ο Χάρολντ Πίντερ γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Χάκνεϊ, μια εργατική συνοικία του Ανατολικού Λονδίνου, το οποίο εξηγεί εν μέρει το ότι σε όλη του τη ζωή, εντός και εκτός σκηνής, τάχθηκε στο πλευρό των «αδυνάμων». Ηταν μοναχογιός εβραίου ράφτη πορτογαλικής καταγωγής (πραγματικό όνομα: Ντα Πίντα). Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στις φτωχογειτονιές σημαδεύτηκαν από το συναίσθημα που ο ίδιος χαρακτήρισε « πόνο αποχωρισμού και φόβο ενός αβέβαιου μέλλοντος » κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1949 ο Πίντερ ήταν ήδη ένας αντιρρησίας συνειδήσεως όταν αρνήθηκε να καταταγεί στον στρατό. Την ίδια χρονιά ξυλοκοπήθηκε αφού επιτέθηκε στους φασίστες στο Ιστ Εντ. Το 1948 γράφτηκε στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης, την οποία όμως εγκατέλειψε έναν χρόνο αργότερα. Φοίτησε στην Κεντρική Σχολή Λόγου και Δραματικής Τέχνης και για λίγο δούλεψε ως ηθοποιός σε διάφορους επαρχιακούς θιάσους ρεπερτορίου με το ψευδώνυμο Ντέιβιντ Μπάιρον. Την ίδια περίοδο, δηλαδή αρχές της δεκαετίας του 1950, γράφει τα πρώτα του ποιήματα, στα οποία είναι πρόδηλη η επιρροή του Ντίλαν Τόμας. Το 1968 εκδόθηκε για πρώτη φορά η ανθολογία των ποιημάτων του (έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά). Από το πρώτο κιόλας θεατρικό του έργο, ένα μονόπρακτο με τίτλο «Το δωμάτιο», που ανέβηκε το 1957 στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ, άρχισαν να διαφαίνονται οι κύριες αρετές του ξεχωριστού του τρόπου: ο κλειστός χώρος από τις ρωγμές του οποίου τελικά εισβάλλει ο κίνδυνος που μας απειλεί. Ηδη από τότε έγραψαν ότι ξεκινάει μια νέα εποχή στο αγγλικό θέατρο. Σύντομα ανέβηκε το «Πάρτι γενεθλίων», το πρώτο κανονικής διάρκειας έργο του, που αρχικά αποδοκιμάστηκε από την κριτική και το κοινό (το 1958) για να φτάσει να θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα της πρωτοπορίας, το οποίο παίζεται ξανά και ξανά στα θέατρα όλου του κόσμου. Με τον «Επιστάτη» (1960), ένα δράμα πάνω στην αδυναμία επικοινωνίας των ανθρώπων (που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1965 στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Κουν με τον Θύμιο Καρακατσάνη) και μετά με τον «Γυρισμό» (1965) και την «Προδοσία» (1978), ο Πίντερ καθιερώνεται ως το κορυφαίο ταλέντο του μοντερνισμού. Μεταξύ των θεατρικών του έργων ξεχωρίζουν τα μονόπρακτα «Νυχτερινό σχολείο», «Η συλλογή» (1961), «Ο εραστής» (1963), «Πρόσκληση για τσάι» (1965), «Το υπόγειο» (1967), τα πιο γνωστά «Παλιοί καιροί» (1971), «Μονόλογος» (1975) και «Ουδέτερη ζώνη» (θα ανεβεί σύντομα στο θέατρο Duke of Υork του Λονδίνου), η τριλογία μονοπράκτων με γενικό τίτλο «Αλλοι τόποι» (1982). Συνολικά έγραψε περισσότερα από τριάντα έργα. Αλλά ο Πίντερ είχε επίσης σκηνοθετήσει για το θέατρο, ανεβάζοντας το 1970 και το μοναδικό θεατρικό έργο του θεμελιωτή του μοντερνισμού Τζέιμς Τζόις με τίτλο «Εξόριστοι». Στο ελληνικό κοινό τα έργα του ανέβηκαν πρώτα από τον Κάρολο Κουν και το Θέατρο Τέχνης.

 

Καθρέφτης του πραγματικού 

 

Βαθύτατα επηρεασμένα από τον Σάμιουελ Μπέκετ, τα θεατρικά κείμενα του Πίντερ έμοιαζαν μέσα στη λιτότητά τους απλώς σαν καταγραφές προφορικού λόγου, χωρίς κανένα λογοτεχνικό φτιασίδωμα. Αυτό ήταν το μεγαλείο και η δύναμή τους: οι απολύτως αποδραματοποιημένοι διάλογοι, καθρέφτης της πιο κοινότοπης γλώσσας, μπόρεσαν να μεταδώσουν στο κοινό την ωμότητα της καθημερινότητας, τον κυνισμό του μεταπολεμικού κόσμου, και να μεταφέρουν τη φρίκη, τον σιωπηλό πόνο, τον τρόμο, το κενό που είχε νιώσει και ο ίδιος ως άνθρωπος. Διάσημοι οι υπαινιγμοί αλλά και οι παύσεις ή «σιωπές» στις προτάσεις του, που φόρτιζαν την ένταση. Μόνιμες θεματικές του τα μυστικά που μας ενώνουν και μας απομακρύνουν, οι ανομολόγητες επιθυμίες. Το έργο του συμπύκνωσε όλη την πραγματικότητα του μεταπολεμικού κόσμου και του Ψυχρού Πολέμου και είναι ταυτόχρονα ύμνος στον άνθρωπο. 

 

Η σχέση του με τον κινηματογράφο 

 

Ο κόσμος που αναπαριστά ο Πίντερ μοιάζει επιφανειακά απόλυτα τακτοποιημένος, αλλά ο πόνος, η ενοχή και η βία ελλοχεύουν. Κάποια στιγμή θα προβάλουν στην επιφάνεια ξαφνικά, εξαιτίας της αδήριτης ειμαρμένης, αλλά θα βγουν χωρίς πυροτεχνήματα και λυρισμό, απλά και φυσικά, όπως όταν σβήνουν τα φώτα και πέφτει η αυλαία. Το απόλυτα ρεαλιστικό, στεγνό και υπογείως τραγικό ύφος του Πίντερ, η γυμνή του γλώσσα (« συστηματικό στρατήγημα για να κρύψεις την ίδια σου τη γύμνια » είχε πει) ταίριαξε στον κινηματογράφο, στον οποίο πρόσφερε εξαιρετικά σενάρια συνεργαζόμενος κυρίως με τον σημαντικό σκηνοθέτη Τζόζεφ Λόουζι: «Ο υπηρέτης» (1963), «Το δυστύχημα» (1967), «Ο μεσάζων» (1971) θεωρούνται μείζονα έργα της εβδόμης τέχνης. Εδωσε επίσης σπουδαία σενάρια: στον Ηλία Καζάν τον «Τελευταίο μεγιστάνα» (από το ημιτελές έργο του Φιτζέραλντ) το 1976, στον Κάρελ Ράιζ το «Η ερωμένη του γάλλου υπολοχαγού» (από το έργο του Φάουλς) το 1981. Πολλά σενάριά του ήταν υποψήφια για Οσκαρ. Και τα δικά του θεατρικά μεταφέρθηκαν με επιτυχία στον κινηματογράφο: «Ο επιστάτης» (1963) από τον Κλάιβ Ντόνερ, το «Πάρτι γενεθλίων» (1963) από τον Γουίλιαμ Φρίντκιν, ο «Γυρισμός» (1973) από τον Πίτερ Χολ. Τη δεκαετία του 1990 απολάμβανε το να ερμηνεύει μικρούς χαρακτηριστικούς ρόλους σε ταινίες. 

 

ΕΚΤΟΣ ΣΚΗΝΗΣ
Υπέρμαχος της ελευθερίας του λόγου 

 

Ο Χάρολντ Πίντερ έπαιρνε θέση σε όλα τα καίρια ζητήματα της ανθρωπότητας. Είχε εξαπολύσει δριμεία κριτική κατά του βομβαρδισμού της Σερβίας από το ΝΑΤΟ και κατά της αμερικανικής και αγγλικής εισβολής στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Αγωνίστηκε για την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου από τη θέση του αντιπροέδρου του ΡΕΝ, της διεθνούς ένωσης συγγραφέων. Αρνήθηκε να χρισθεί ιππότης από τη βασίλισσα και επινοήθηκε ειδικός τίτλος (Companion of Ηonour) για χάρη του, τον οποίο του απένειμαν το 2002. Το 1979, ύστερα από μια απεργία στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας, είχε ψηφίσει τη Μάργκαρετ Θάτσερ, πράγμα που αργότερα χαρακτήρισε «την πιο επαίσχυντη πράξη της ζωής του». Οσο εύγλωττα και αν τοποθετείτο στα δημόσια πράγματα, για τα προσωπικά του δράματα τηρούσε σιγήν ιχθύος. Δεν εκφράστηκε ποτέ για τον θάνατο της πρώτης του γυναίκας, της ηθοποιού Βίβιαν Μέρτσαντ, που έγινε αλκοολική μετά τον χωρισμό τους το 1980 (πέθανε το 1982, πολύ νέα). Ούτε για την αποξένωση από τον γιο τους. Η σιωπή του και εδώ ήταν εκφραστική. Η δεύτερη σύζυγός του, τα τελευταία 33 χρόνια, ήταν η συγγραφέας λαίδη Αντόνια Φρέιζερ. 

 

ΤΙ ΕΧΕΙ ΔΗΛΩΣΕΙ
Για την Τέχνη: 

 

Δεν υπάρχει απόλυτος διαχωρισμός ανάμεσα στο πραγματικό και στο μη πραγματικό ούτε ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα.Ενα πράγμα δεν είναι κατ΄ ανάγκην είτε αληθινό είτε ψεύτικο.Μπορεί να είναι ταυτόχρονα αληθινό και ψεύτικο. Για την αδικία των μεγάλων δυνάμεων: Οι άνθρωποι δεν ξεχνούν.Δεν ξεχνούν τον θάνατο των συντρόφων τους,δεν ξεχνούν τα βασανιστήρια και τους ακρωτηριασμούς,δεν ξεχνούν την αδικία,δεν ξεχνούν την καταπίεση, δεν ξεχνούν την τρομοκρατία των μεγάλων δυνάμεων.Και όχι μόνο δεν ξεχνούν. Ανταποδίδουν το χτύπημα. 

 

πηγή: http://www.tovima.gr

 

 

27g-9-thumb-large

 

 

 

Το ταξίδι στη σιωπή του Χάρολντ Πίντερ

 

Από τους Δημήτρη Τσεκούρα, Χριστίνα Σταθοπούλου

 

Εκείνο  το τερατώδες  άλλο πρόσωπο

...Σε θυμάμαι να κείτεσαι νεκρή...

Παλιοί Καιροί

Λένε πως ό,τι πιο εκλεπτυσμένο διαθέτει ο άνθρωπος είναι το μυαλό του. Λένε επίσης πως εκεί, στην κορυφή του ανθρώπινου σώματος, έχει την έδρα της μια περιοχή που ονομάζεται Μνήμη. Μία μόνιμη προσπάθεια αναστήλωσης των θραυσμάτων του πρότερου βίου είναι η Μνήμη. Μία μόνιμη προσπάθεια αποκατάστασης. Μνήμη: αυτό που διατηρεί τον άνθρωπο στη Ζωή ή αυτό που μπορεί οριστικά να τον αποτελειώσει. Είναι αφόρητη η Μνήμη γιατί είναι αντιφατική, χαώδης, σοβαρή και ταυτόχρονα επιπόλαιη. Αχθος Σωρευμένης Ζωής.

Οι ήρωες του Πίντερ, όλοι τους σχεδόν, πάσχουν από Μνήμη. Και ανά πάσα στιγμή μεταφράζουν, παραφράζουν, φονεύουν ή επινοούν οι ίδιοι το παρελθόν τους. Σαν να στέκονται μετέωροι ανάμεσα σε δύο χρονικές βαθμίδες: το αιωνίως παρόν Τότε και το διαρκώς ανύπαρκτο Τώρα. Και το μέλλον, ένα τέρας μπροστά τους. Εκθαμβοι παρατηρούν τη ρωγμή. «Δεν υπάρχει παρόν, δεν υπάρχει μέλλον, υπάρχει μονάχα επαναλαμβανόμενο παρελθόν», γράφει ο Ευγένιος Ο' Νηλ. Η Kate, ο Deeley και η Anna από τους Παλιούς Καιρούς, σαν σκιές ενός μακρινού αλλά πανταχού παρόντος παρελθόντος, προσπαθούν να βρουν σημεία σύγκλισης προκειμένου να συνεννοηθούν και να επικοινωνήσουν. Προσπάθεια που μάλλον αποβαίνει στο κενό. Η Μνήμη τους είναι είναι επιλεκτική (;) και σαν δεινή χορεύτρια κάνει τη μία φιγούρα μετά την άλλη.

Οι ήρωες του Πίντερ μιλούν λέξεις λίγες αλλά πάντοτε κυοφορούσες. Καμία λέξη δεν είναι μόνη της. Κάθε λέξη σχεδόν κουβαλάει μαζί της και άλλες λέξεις άλλων σημασιών. Αυτή η μόνιμη «Απειλή της Γλώσσας», που άλλα εκφωνεί και άλλα -συχνότατα- εννοεί, είναι κύριο χαρακτηριστικό των πιντερικών έργων. Και αυτό είναι που, κατά τη γνώμη μου, κάνει τα έργα του Πίντερ να είναι τελικά έργα Δράσης. Οχι εξωτερικής Δράσης, αλλά αντιθέτως Ψυχαναλυτικής δράσης και διαδικασίας. Και επίσης, αυτή η τουλάχιστον δίσημη οπτική του Λόγου του, είναι που ανάγει τον Πίντερ σε ποιητικό θεατρικό συγγραφέα. Το έχει πει και ο ίδιος άλλωστε: «Οταν γράφω δεν είναι άλλο πράγμα για μένα το Θέατρο και άλλο η Ποίηση». Λέξεις-όροι που, ξαφνικά, αποκτούν μια άλλη διάσταση. Λέει, για παράδειγμα, στην Προδοσία η Εμμα στον Τζέρρυ: Τι έχεις; και ο Τζέρρυ φαινομενικά ατάραχος της απαντά: Τίποτα... μία κατάθλιψη. Και αναρωτιέται κανείς πώς μπορεί να συνδυαστεί το τίποτα με αυτήν τη φριχτή νόσο που ονομάζεται κατάθλιψη; Και λίγο παρακάτω στο ίδιο έργο δίνεται ένας εξαιρετικός ορισμός της κατατονίας. Λέει ο Τζέρρυ στην Εμμα: Ξέρεις τι είναι η κ α τ α τ ο ν ί α; Ξέρεις; Ξέρεις; ... είναι ο πρίγκιπας της ερήμωσης... ο πρίγκιπας του κενού...

Οι ήρωες του Πίντερ είναι πάντοτε τοποθετημένοι και κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου, ενός γραφείου, ενός σπιτιού. Εγκλωβισμένοι. Περιορισμένοι. Και μέσα σε αυτόν τον πάντοτε πεπερασμένο Χώρο προσπαθούν να ανιχνεύσουν και να βρουν καινούριες ή παλιές διαστάσεις του πάντοτε άπειρου Χρόνου. Σαν ένα μόνιμο παιχνίδι του Χώρου με τον Χρόνο είναι τα έργα του Πίντερ. Το σκηνικό των έργων του σαν ένα μόνιμο ρινγκ ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πάντοτε αντιπάλους. Ποιος από τους δύο τελικά θα υπερισχύσει; Και υποπτεύομαι πως αυτή η πάλη είναι ένα συνειδητό «τέχνασμα» οργάνωσης της μορφής των έργων του και κατ' επέκτασιν του περιεχομένου τους.

Οι ήρωες του Πίντερ ξαφνικά παύουν να μιλούν. Σιωπούν. Αυτές οι διαρκώς παρούσες παύσεις και σιωπές μέσα στον Λόγο του είναι σαν επιμελημένες προσπάθειες ανασύνταξης του Χώρου, του Χρόνου και του Λόγου. Ο Πίντερ είναι ο πρώτος ίσως σύγχρονος δραματουργός που μας αποκαλύπτει σε τόσο επαρκή βαθμό πως Λόγος δεν είναι μονάχα αυτό που εκφωνείται. Αλλά κυρίως -στις κρίσιμες στιγμές τουλάχιστον της επικοινωνίας- αυτό που δεν τολμά να Λεχθεί. Το Αφατο. Το Οριακό. Αυτές οι διάσπαρτες ρωγμές ανάμεσα στον εκφωνημένο Λόγο του δεν καταστέλλουν τη δράση. Αντιθέτως την πυροδοτούν προς νέες οδούς. Διακτινίζουν τη δράση του και την επαναπροσδιορίζουν. Διαθλάσεις του Λόγου και διακτινισμοί του.

Οι ήρωες του Πίντερ δεν είναι όμως μόνο μοναχικά όντα, ούτε και αντιπροσωπεύουν μονάχα μεμονωμένα ανθρώπινα περιστατικά. Είναι και πρόσωπα πολιτικά, πρόσωπα ιστορικά. Ας θυμηθούμε λίγο το Τέφρα και Σκιά. Η Ρεβέκκα και ο άντρας του έργου τι ακριβώς είναι; Είναι μονάχα σύζυγοι-εραστές ή μήπως όχι; Όλο το έργο μπορεί να διαβαστεί κάλλιστα ως ο διάλογος ενός «αντρόγυνου». Μπορεί κάλλιστα όμως να διαβαστεί και ως ο διάλογος ενός ανακριτή και ενός ανακρινόμενου. Ενός θύτη και ενός θύματος. Βρισκόμαστε στο δωμάτιο ενός σπιτιού ή μήπως σ' ένα γυμνό αστυνομικό γραφείο με μία λάμπα μόνο πάνω από ένα άδειο τραπέζι; Αλλά και στην Επέτειό μας. Περιποιημένοι και τακτοποιημένοι αστοί που χαμογελώντας και τρώγοντας μαχαιρώνονται. Πρόκειται για κεκαλυμμένο καβγά πλουσίων ή μήπως κάτω από τον διάλογό τους κρύβεται από τον Πίντερ ένας πολιτικός θυμός για τις δυτικές κυβερνήσεις και την πολιτική τους έναντι των ασθενέστερων οικονομικά και πολιτικά κρατών της γης; Τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά, αν και η απάντηση -κατά τη γνώμη μου- είναι διπλή και ίσης σημασίας. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει το Θέατρο του Πίντερ και πολιτικό.

Οι ήρωες του Πίντερ δεν είναι ήρωες με την αρχετυπική σημασία του όρου. Είναι καθημερινά πρόσωπα που μέσα από συγκεκριμένες συνθήκες και αφορμές γίνονται ήρωες καθώς προσπαθούν απεγνωσμένα και με εσωτερική μανία να καθρεφτιστούν στο απέναντι πρόσωπό τους. Ο Αλλος, εκείνο το Τερατώδες Αλλο Πρόσωπο, ο Απέναντι στα έργα του Πίντερ λειτουργεί ως καθρέφτης -παραμορφωτικός ή θολός ή αξιόπιστος- προκειμένου ο καθένας να ξεκαθαρίσει το εσωτερικό του Τοπίο και να φτάσει ή να μη φτάσει ποτέ σε αυτό που λένε πως ονομάζεται Αλήθεια και Πραγματικότητα. Αλλά η Αλήθεια είναι απελπιστικά κοντά στη Φαντασία. Τα όρια, δυσδιάκριτα, αν όχι ανύπαρκτα πολλάκις.

Και κάπως έτσι το Μυαλό των ηρώων του Πίντερ εκρήγνυται και διασπάται σε κομματάκια και ξεφτίδια Πραγματικότητας και Φαντασμαγορίας, για να μας θυμίσει τελικά αυτό που και στην καθημερινή Ζωή καθημερινά συμβαίνει: Για κάπου αλλού να Πας κι αλλού να Καταλήγεις.

Δ.Τ.

Ο Πίντερ σε στίχους: μια επιλογή από την ποίησή του

Αν και η φήμη του Πίντερ στρέφεται, κυρίως,γύρω από τα θεατρικά του έργα, προς το τέλος της ζωής του επέστρεψε ξανά στην ποίηση. Ενα πιο ξεκάθαρο μέσο για να εκφράσει την πολιτική του οργή. Και παρόλο που η ποίησή του δεν είχε την παγκόσμια αποδοχή στο ποιητικό γίγνεσθαι (ο Δ. Πάτερσον, ως γνωστόν, παρέλειψε «το μεγάλο του ξέσπασμα για το πόσο βρόμικος είναι ο πόλεμος στο Ιράκ» στη διάλεξή του για τον Ελιοτ, το 2004, με το υπονοοούμενο πως «καθένας μπορεί να το κάνει αυτό»), κέρδισε, όμως, το βραβείο ποίησης Γουίλφρεντ Οουεν, που δίδεται, ετησίως, σε κάθε συγγραφέα - συνεχιστή της παράδοσης Οουεν, για το εγχειρίδιό του Πόλεμος, του 2003. Ο Μ. Γκρέιγιερ, επίτροπος του Συνδέσμου Γ. Οουεν, περιέγραψε την ποίηση του Πίντερ ως «δυνατή και ασυμβίβαστη, γραμμένη με καθαρότητα, διαφάνεια και οικονομία».

Ποιήματα: Χάρολντ Πίντερ (1930 -2008)

Διαταγή (12 Σεπτεμβρίου, 1996)

Είσαι έτοιμος να διατάξεις; Οχι δεν υπάρχει τίποτα να διατάξω

Οχι είμαι ανίκανος να διατάξω

Οχι θ'αργήσω πολύ να διατάξω

Κι ενώ υπάρχουν τα πάντα,

Και τίποτα για να διατάξω,

Ο κατάλογος παραμένει μακρύς

Και το χάος τρέφεται από την κοιλιά της τάξης

Και η τάξη ζητά το αίμα της αναρχίας

Κι η «λευτεριά» κι η λάσπη κι άλλες πλάνες

Χρειάζονται την οσμή της τάξης να γλυκάνει τις δολοφονίες τους

Να στριμώξεις ένα ζητιάνο σε σκοτεινό δωμάτιο

Να βολέψεις κάποιον τραπεζίτη σε μια ζεστή μήτρα

Να παγιδέψεις ένα νήπιο σε παγωμένο σπίτι

Να φυλάξεις κάποιο στρατιώτη σε δηλητηριασμένο τάφο.

* * *

Καρκινικά κύτταρα (28 Αυγούστου, 2002)

«Καρκινικά κύτταρα είναι εκείνα που έχουν ξεχάσει πώς να πεθαίνουν» - νοσοκόμα, Βασιλικό Νοσοκομείο του Μάρσντεν.

Εχουν ξεχάσει πώς να πεθάνουν

Και έτσι παρατείνουν τη ζωή που με σκοτώνει.

Εγώ κι ο όγκος μου σκληρά παλεύουμε.

Ας ελπίσουμε ένας διπλός θάνατος να μας ξεκάνει.

Πρέπει να δω τον όγκο μου νεκρό

Εναν όγκο που ξεχνά να πεθάνει

Κι απ' την άλλη σκέφτεται να με ξεκάνει.

Αλλά θυμάμαι πώς να πεθάνω

Αν κι όλοι οι μάρτυρές μου είναι νεκροί.

Θυμάμαι όμως τι είπαν

Για όγκους που θα τους κύκλωναν.

Σαν να 'ταν τυφλοί και κουφοί

Πριν η αρρώστια τούτη φανεί

Που έκανε τον όγκο τούτο πρωταγωνιστή.

Τα μαύρα κύτταρα θα ξεραθούν και θα πεθάνουν

Ή θα τραγουδήσουν με χαρά και τον δρόμο τους θέ 'να 'βρουν.

Θεριεύουν τόσο ήσυχα μέρα νύχτα,

Ποτέ δεν ξέρεις, ποτέ δεν λένε.

Ποίημα (17 Ιανουαρίου, 1995)

Μην κοιτάς.

Ο κόσμος πάει να διαλυθεί

Ο κόσμος πάει το φως του όλο να χάσει

Και στο σκοτεινό του πηγάδι να μας στριμώξει,

Σε κείνο το μαύρο, γεμάτο κι αποπνικτικό μέρος

Κει όπου θα σκοτώσουμε ή θα πεθάνουμε ή θα χορέψουμε

ή θα θρηνήσουμε ή θα ουρλιάξουμε ή θα στριγκλίζουμε

ή θα σπρώχνουμε σαν τα ποντίκια ξανά να διαπραγματευτούμε

την αρχική μας τιμή.

Πόθος (26 Ιανουαρίου, 2006)

Υπάρχει ένας κρότος δυνατός

που ώς τον λόφο φτάνει

Φεύγεις από το φως

Μαύρες σκιές τρέχουν

Διασχίζοντας την ψαλιδωτή οροσειρά

Χαμογελούν καθώς ιδρώνουν

Χτυπούν τη μαύρη καμπάνα

Ρουφάς το υγρό φως

Που το κελί πλημμυρίζει

Και τον πόθο οσφραίνεσαι του ισχυρού

Την ουρά του καθώς τινάζει.

Γιατί ο πόθος του ισχυρού

Εναν κρότο δυνατό στέλνει στον τοίχο

Και ο πόθος του ισχυρού

-η γλυκιά σκοτεινή του δύναμη-

Ακόμη σε θωπεύει

Ο Φρουρός ( 9 Απριλίου, 2007)

Ενα παράθυρο κλείνει κι ένας τυφλός καταφτάνει

Η νύχτα είναι σκοτεινή κι αυτός ακίνητος μένει σαν νεκρός

Υπάρχει μια λάμψη ξαφνική από σεληνόφως στο δωμάτιο

Φωτίζει το πρόσωπό του - ένα πρόσωπο που δεν μπορώ να δω

Ξέρω πως είναι τυφλός

Αλλά με παρακολουθεί

Κρίκετ τη νύχτα (3 Ιουνίου, 1995)

Ακόμα παίζουν κρίκετ τη νύχτα

Παίζουν το παιχνίδι στο σκοτάδι

Είναι σ' επιφυλακή για μια αναλαμπή φωτός

Χάνουν την μπάλα σ' ένα χτύπημα δυνατό

Προσπαθούν να μάθουν πώς το σκοτάδι

βοηθά την μπάλα να επιστρέψει

Προσπαθούν να βρούν νέο κόλπο

ώστε η μπάλα να κινηθεί από το σκοτάδι στο φως

Είναι αποφασισμένοι να βάψουν μαύρο το σκηνικό

Μια μαυρίλα όμως ανακατεμένη με λευκό

Ανυπομονούν να εφαρμόσουν ένα νέο νόμο

Οπου η τύφλωση να λογαριάζεται φως

Ας έχει ο Θεός καλά την Αμερική (22 Ιανουαρίου, 2003)

Να τοι πάλι,

Οι Γιάνκηδες στην ένστολη παρέλασή τους

Τραγουδώντας ύμνους χαράς

Καθώς καλπάζουν στον μεγάλο κόσμο

Δοξάζοντας τον Θεό της Αμερικής.

Τα κανάλια είναι φίσκα από νεκρούς

Κείνους που δεν ασπάστηκαν

Τους άλλους που αρνούνται να τραγουδούν

Κείνους που χάνουν τη φωνή τους

Κείνους που έχουν ξεχάσει τον σκοπό.

Οι ιππείς έχουν μαστίγια που κόβουν.

Το κεφάλι σου κυλά στο χώμα

Το κεφάλι σου μια λίμνη στη βρόμα

Το κεφάλι σου ένας λεκές στη σκόνη

Τα μάτια σου βγαλμένα και η μύτη σου

Τη δυσοσμία παίρνει μόνο των νεκρών

Κι όλος ο νεκρός αέρας ζωντανεύει

Με τη μυρωδιά του Θεού της Αμερικής.

© Sarah Crown, Guardian, 26/12/ 2008.

Η επιλογή των ποιημάτων του Πίντερ, με ποιήματα από το 1995 και μετά, έγινε από τη Sarah Crown για την εφημερίδα Guardian, στην οποία πρωτοεμφανίστηκαν αρκετά ποιήματά του.

***Τα «Ποιήματα 1948-2004» του Χάρολντ Πίντερ. μτφρ.: Ν. Φένεκ Μικελίδης, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος, 2005.

Απόδοση:Χ.Σ.

Μας έκανε ν' ακούμε τους εαυτούς πιο προσεκτικά

Η κριτικός θεάτρου του Observer Susannah Clapp αποχαιρετά τον δάσκαλο της καθημερινής λαλιάς

Εκείνο που κάνει τον Χάρολντ Πίντερ ενδιαφέροντα, συναρπαστικό, αλλά και φοβερό, γενναιόδωρο και διαισθητικό είναι το γεγονός πως παρουσίαζε τον πλούτο και την ιδιομορφία της καθημερινότητας. Μας βοηθούσε να παρατηρούμε τους εαυτούς μας πιο προσεκτικά. Αρχικά, τα θεατρικά στα τέλη του '50 και αρχές '60 -το Πάρτι Γενεθλίων, ο Επιστάτης και η Επιστροφή- καθιέρωσαν το λεξιλόγιο Πίντερ. Περιλαμβάνοντας απειλητικούς αγνώστους, ελκυστικές γυναίκες, κρυμμένες βιογραφίες. Περιέχουν έντονες παύσεις και κοφτές φράσεις: ο Νόελ Κάουαρντ ήταν θαυμαστής του, αν και μετάνιωσε για την εμμονή του στην πιο χαμηλή κοινωνικά τάξη. Περιέχουν οι ιστορίες του, επίσης, μοναδικούς αυτοσχεδιασμούς / λόγια που κυλούν σαν την τζαζ. Τώρα όμως, που ούτε χρόνος περνά δίχως επανάληψη κάποιου από τα έργα του σπουδαίου δραματουργού, είναι δύσκολο να ξαναθυμηθώ τον έντονο προβληματισμό που προκάλεσαν εκείνα τα θεατρικά. Μετά την αποδοκιμασία των κριτικών το Πάρτι Γενεθλίων κατέβηκε από τα θέατρα σε μία εβδομάδα.

Οταν ο νεαρός δραματουργός αποκάλυψε σε μια ταξιθέτρια πως ο ίδιος ήταν ο συγγραφέας, εκείνη του απάντησε: «Κακομοίρη μου!...». Αυτά τα θεατρικά έχουν τα μυστικά τους, αναλυτικότερα όμως μοιάζουν με προφητικά, κοινωνικά ντοκουμέντα. Η πολιτική ήταν πάντοτε παρούσα στα θεατρικά Πίντερ. Η βρόμικη απελπισία στο Βουβό γκαρσόνι είναι περισσότερο προγνωστική από εκείνη του Οσμπορν στο Θυμήσου με οργή. Ο Επιστάτης, στο οποίο ένας κατεστραμμένος κι ένας άστεγος διώκονται από έναν απατεώνα, είναι έργο του οποίου οι δυνατότητες για επανεκτίμηση παραμένουν, επίσης, θεμιτές. Σχολιάστηκε σαν να επρόκειτο για τον Πατέρα, τον Υιό και το Αγιο Πνεύμα ή σαν το φροϋδικό αποτύπωμα του Εκείνο, Εγώ και Υπερεγώ. Το 2000 έμοιαζε να καθρεφτίζει την αλήθεια για την Αγγλία τού Μπλερ. Υπήρχαν κι άλλες όμως αλήθειες. Εκείνα τα θεατρικά που απεικονίζουν μνήμες, μεταξύ των οποίων, το Τοπίο και οι Παλιοί καιροί αλλά και οι πιο ξεκάθαρες πολιτικές δουλειές του, όπως Η Βουνίσια γλώσσα, το οποίο ο ίδιος περιέγραφε σαν «ωμό, σύντομο, άσχημο». Τα έργα του όμως αντλούν τη δύναμή τους από την ίδια τη ζωή του πάνω στο σανίδι: έγραφε πάντοτε φράσεις που οι ηθοποιοί εύκολα μπορούσαν ν' απομνημονεύσουν. Υπάρχει μια απόδειξη γι' αυτά του τα χαρίσματα, το 2006, όταν ο ίδιος έπαιξε την Τελευταία Κασέτα του Κραπ στο Ρουαγιάλ Κορτ, όπου 50 χρόνια νωρίτερα έπαιζε ως απλός αντικαταστάτης. Το κοινό ήξερε πως ήταν άρρωστος. Στον μονόλογο του Μπέκετ, κατά τον οποίο κάποιος γέρος ξαναθυμάται τη ζωή του, είχε κάτι το ιδιαίτερο. Επαιξε (φορώντας άσπρα αθλητικά) σε αναπηρικό καροτσάκι. Η φωνή του, υπόκωφη περισσότερο από πριν, μ' έντονα όμως ηχηρές νότες. Είχε ξεσπάσει με τέτοια οργή που ο ίδιος ο Τζορτζ Μπους θα δείλιαζε μπροστά του. Ως συνεχιστής του Μπέκετ έδωσε ζωή στα λόγια του. Επίσης, ο ίδιος τον παρουσίασε. Οντας απροστάτευτος, συνάμα όμως και προκλητικός, επαλήθευε ειρωνικά τα λόγια του Κραπ: «Τα καλύτερά μου χρόνια μάλλον έφυγαν... όχι, δεν θα τα 'θελα πίσω».

The Observer, Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008

* * * *

Αφιερώσεις στον Πίντερ

Δίχως κόπο θα διαβεί από τους ζωντανούς στους νεκρούς, αφού είχε ήδη καθιερωθεί ως ξεχωριστός.

Rupert Goold, σκηνοθέτης

Θύμωνε εκ μέρους άλλων, δίχως να νοιάζεται τι θα πει ο κόσμος.

Samuel West, ηθοποιός και σκηνοθέτης.

Αν μιλούσες χτες για τον σπουδαιότερο εν ζωή θεατρικό συγγραφέα της Αγγλίας, καθένας ήξερε ποιον εννοείς. Σήμερα δεν ξέρεις.

Sir David Hare, θεατρικός συγγραφέας

Απόδοση: Χριστίνα Σταθοπούλου

 
 

πηγή: http://www.enet.gr

 
 
 
 

Χάρολντ Πίντερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

 
 

Ο Χάρολντ Πίντερ (Harold Pinter10 Οκτωβρίου 1930 - 24 Δεκεμβρίου 2008) ήταν Άγγλος συγγραφέας θεατρικών έργων και θεατρικός σκηνοθέτης. Έγραψε έργα για θέατροραδιόφωνοτηλεόραση και ταινίες. Το πρώιμο έργο του συνδέεται με το θέατρο του παραλόγου. Το 2005 κέρδισε το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας καθώς και το Βραβείο Φραντς Κάφκα.

Ήταν γνωστός επίσης για τον πολιτικό του ακτιβισμό και την αντίθεσή του στην Αμερικανική εισβολή στο Αφγανιστάν και τον Πόλεμο στο Ιράκ. Πέθανε από καρκίνο του ήπατος.

 

Πρώτα χρόνια 

 

Ο Πίντερ γεννήθηκε το 1930 στο Χάκνεϋ του Λονδίνου από Εβραίους γονείς εργατικής τάξης. Έλαβε την εκπαίδευσή του στο Hackney Downs Grammar School και για σύντομο χρονικό διάστημα, στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης (RADA). Σε νεαρή ηλικία δημοσίευσε ποίηση.

Καριέρα 

 

Ο Πίντερ ξεκίνησε να δουλεύει στο θέατρο ως ηθοποιός, με το ψευδώνυμο Ντέιβιντ Μπάρον. Το πρώτο θεατρικό του έργο, Το Δωμάτιο, πρωτοπαρουσιάστηκε από φοιτητές του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ το1957.

Το δεύτερο έργο του (το οποίο είναι ένα από τα πλέον γνωστά του), Πάρτι Γεννεθλίων (1958), γνώρισε αρχικά παταγώδη αποτυχία, παρόλη την θετική κριτική που απέσπασε από τον διακεκριμένο θεατρικό κριτικό των Sunday Times Χάρολντ Χόμπσον. Μετά ωστόσο από την επιτυχία του The Caretaker το 1960, το οποίο τον καθιέρωσε, το Πάρτι Γεννεθλίων ξαναπαίχτηκε και κέρδισε καλή υποδοχή.

Τα έργα αυτά, καθώς και άλλες πρώιμες δουλειές όπως το The Homecoming (1964), έχουν λάβει τον τίτλο από μερικούς ως κωμωδία της απειλής. Συχνά εκκινούν από μία φαινομενικά αθώα κατάσταση, και την αποκαλύπτουν ως απειλητική και παράλογη εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο δρουν οι χαρακτήρες, τρόπο ο οποίος μπορεί να φαίνεται ανεξήγητος και στο κοινό, αλλά και μερικές φορές και στους άλλους χαρακτήρες. Το έργο του Πίντερ έχει σημαδευτεί από την επιρροή που του άσκησε από τα πρώτα έργα ο Σάμιουελ Μπέκετ, και οι δύο άντρες συνδέθηκαν με μακροχρόνια φιλία.

Ο Πίντερ άρχισε να σκηνοθετεί πιο συχνά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, και το 1973 έγινε συνεργάτης σκηνοθέτης στο Εθνικό Θέατρο. Τα μεταγενέστερα έργα του τείνουν να είναι βραχύτερα, συχνά με την εμφάνιση αλληγοριών καταπίεσης. Αρκετές φορές έχει εμφανιστεί ο ίδιος στο θεατρικό σανίδι, με τελευταία το 2001 σε δικό του έργο.

Το 2005 ανακοίνωσε πως αποσύρεται από τη συγγραφή θεατρικών έργων για να αφοσιωθεί στην πολιτική εκστρατεία.

 

Πολιτικές εκστρατείες 

 

Το 1985 ο Πίντερ, μαζί με τον Αμερικανό θεατρικό συγγραφεία Άρθουρ Μίλλερ, ταξίδευσε στην Τουρκία, όπου συνάντησε πολλά θύματα πολιτικής καταπίεσης. Σε μια τελετή της Αμερικανικής πρεσβείας που τιμούσε τον Μίλλερ, ο Πίντερ αντί να ανταλλάξει τα συνήθη αστεία, μίλησε για ανθρώπους στους οποίους διοχετεύται ηλεκτρικό ρεύμα στα γεννητικά τους όργανα, γεγονός που οδήγησε στο να τον εκδιώξουν κακήν κακώς. (Σε υποστήριξή του ο Μίλλερ έφυγε κι αυτός από την πρεσβεία.) Η εμπειρία του Πίντερ για την καταπίεση στην Τουρκία και η καταστολή της Κουρδικής γλώσσας τον ενέπνευσε για το θεατρικό του έργο του 1988 Mountain Language.

Ο Πίντερ αντετάχθη στον βομβαρδισμό της Σερβίας, στην Αμερικανική εισβολή στο Αφγανιστάν και στην εισβολή στο Ιράκ το 2003. Απεκάλεσε τον πρόεδρο Μπους μαζικό δολοφόνο και τον Τόνυ Μπλερ"απατεώνα ηλίθιο". Συχνά, σε Βρετανικές εφημερίδες δημοσιεύονταν επιστολές του με πολιτικό περιεχόμενο. Είχε παρομοιάσει την κυβέρνηση Μπους με την Ναζιστική Γερμανία του Αδόλφου Χίτλερ, λέγοντας πως οι ΗΠΑ επιτίθενται για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας κυριαρχίας ενω το Αμερικανικό κοινό και ο "μαζικός δολοφόνος" του Ηνωμένου Βασιλείου κάθονται και παρακολουθούν. [1]

Ο Πίντερ υπήρξε μαχητής της ελευθερίας της έκφρασης για πολλά χρόνια μέσα από την σχέση του με το International PEN. Το 1985, μαζί με τον Αμερικανό συγγραφέα Άρθουρ Μίλλερ πήγε σε μια αποστολή Επιτροπής του International PEN-Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι στην Τουρκία για να διερευνήσει και να διαμαρτυρηθεί για τα βασανιστήρια φυλακισμένων συγγραφέων.

Ο Πίντερ ήταν επίσης ενεργός αντιπρόσωπος της Εκστρατείας Αλληλεγγύης για την Κούβα (Cuba Solidarity Campaign), μια οργάνωση για την προάσπιση των δικαιωμάτων της Κούβας που εκστρατεύει εναντίον του Αμερικανικού εμπάργκο κατά της χώρας, και μέλος της Διεθνούς Επιτροπής για την Υπεράσπιση του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς (International Committee to Defend Slobodan Milosevic), μια οργάνωση που έκανε έκκληση για την απελευθέρωση του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς.

Είχε υπάρξει επίσης επικριτής της Μάργκαρετ Θάτσερ και του Ρόναλντ Ρίγκαν.

 

Τιμές 

 

Στις 13 Οκτωβρίου 2005 η Σουηδική Ακαδημία ανακοίνωσε πως ο Πίντερ είναι ο αποδέκτης του Βραβείου Νομπέλ Λογοτεχνίας για το 2005, δηλώνοντας πως "στα έργα του αποκαλύπτει τον γκρεμό κάτω από την καθημερινή μωρολογία και σπρώχνει προς τα κλειστά δωμάτια της καταπίεσης"[1].

Όλως περιέργως την ίδια μέρα με την ανακοίνωση της βράβευσης ένα καλωδιακό τηλεοπτικό κανάλι ανακοίνωσε λανθασμένα πως ο Πίντερ είχε πεθάνει.

Ο Πίντερ είχε επίσης τιμηθεί με διάφορους τίτλους στην πατρίδα του ενώ είχε απαρνηθεί τον τίτλο του ιππότη.

 

Έργα 

 

Θεατρικά Έργα 

 
  • The Room (1957) Το δωμάτιο
  • The Birthday Party (1957) Πάρτι γενεθλίων
  • The Dumb Waiter (1957) Το βουβό γκαρσόνι
  • A Slight Ache (1958) Ασήμαντος πόνος
  • The Hothouse (1958)
  • The Caretaker (1959) Ο επιστάτης
  • A Night Out (1959)
  • Night School (1960) Νυχτερινό σχολείο
  • The Dwarfs (1960) Οι νάνοι
  • The Collection (1961) Η συλλογή
  • The Lover (1962) Ο εραστής
  • Tea Party (1964) Το πάρτι
  • The Homecoming (1964) Επιστροφή
  • The Basement (1966) Το υπόγειο
  • Landscape (1967) Τοπίο
  • Silence (1968) Σιωπή
  • Old Times (1970) Παλιοί καιροί
  • Monologue (1972) Μονόλογος
  • No Man's Land (1974) Νεκρή ζώνη
  • Betrayal (1978) Προδοσία
  • Family Voices (1980) Οικογενειακές φωνές
  • Other Places (1982) Άλλοι τόποι
  • A Kind of Alaska (1982) ΈναείδοςΑλάσκας
  • Victoria Station (1982) Σταθμός Βικτόρια
  • One For The Road (1984) Ένα ακόμα και φύγαμε
  • Mountain Language (1988) Βουνίσια γλώσσα
  • The New World Order (1991)
  • Party Time (1991)
  • Moonlight (1993) Φεγγαρόφωτο
  • Ashes to Ashes (1996) Τέφρακαισκιά
  • Celebration (1999) Επέτειος
  • Remembrance of Things Past (2000)
 

Σκέτς 

 
  • The Black and White (1959)
  • Trouble in the Works (1959)
  • Last to Go (1959)
  • Request Stop (1959)
  • Special Offer (1959)
  • That's Your Trouble (1959)
  • That's All (1959)
  • Interview (1959
  • Applicant (1959)
  • Dialogue Three (1959)
  • Night (1969)
  • Precisely (1983)
  • Press Conference (2002)
 

Ραδιόφωνο 

 
  • Voices (2005)
 

Ταινίες 

 
  • The Caretaker (1963)
  • The Servant (1963)
  • The Pumpkin Eater (1963)
  • The Quiller Memorandum (1965)
  • Accident (1966)
  • The Birthday Party (1967)
  • The Go-Between (1969)
  • The Homecoming (1969)
  • Langrishe Go Down (1970) (προσαρμοσμένο για τηλεόραση το 1978)
  • The Proust Screenplay (1972)
  • The Last Tycoon (1974)
  • The French Lieutenant's Woman (1980)
  • Betrayal (1981)
  • Victory (1982)
  • Turtle Diary (1984)
  • The Handmaid's Tale (1987)
  • Reunion (1988)
  • Heat of the Day (1988)
  • Comfort of Strangers (1989)
  • The Trial (1989)
  • The Dreaming Child (1997)
  • The Tragedy of King Lear (2000)
 

Πρόζα 

 
  • Kullus (1949)
  • The Dwarfs (1952-56)
  • Latest Reports from the Stock Exchange (1953)
  • The Black and White (1954-55)
  • The Examination (1955)
  • Tea Party (1963)
  • The Coast (1975)
  • Problem (1976)
  • Lola (1977)
  • Short Story (1995)
  • Girls (1995)
  • Sorry About This (1999)
  • God's District (1997)
  • Tess (2000)
  • Voices in the Tunnel (2001)
 

Ποίηση 

 
  • Poems (1971)
  • I Know the Place (1977)
  • Poems and Prose 1949-1977 (1978)
  • Ten Early Poems (1990)
  • 100 Poems by 100 Poets (1992)
  • Collected Poems and Prose (1995)
  • "The Disappeared" and Other Poems (2002)
  • War (2003)
 

Έργα του στα ελληνικά 

 

Μεταξύ άλλων στα ελληνικά έχουν κυκλοφόρήσει τα:

  • Πάρτυ Γενεθλίων (εκδόσεις Δωδώνη) (μετάφραση: Παύλος Μάτεσις)
  • Η Συλλογή – Ο Εραστής (εκδόσεις Δωδώνη) (μτφρ: Παύλος Μάτεσις)
  • Παλιοί Καιροί – Ένα Ακόμα Και Φύγαμε (εκδόσεις Δωδώνη) (μτφρ: Μάγια Λυμπεροπούλου)
  • Ο Επιστάτης (εκδόσεις Κακουλίδης) (μτφρ: Κώστας Σταματίου)
  • Οι Νάνοι (εκδόσεις Καστανιώτης) (μτφρ: Παύλος Μάτεσις)
  • Προδοσία (εκδόσεις Δωδώνη) (μτφρ: Μάριος Πλωρίτης)
  • Τέφρα και Σκιά (εκδόσεις Καστανιώτης) (μτφρ: Άννα Καρναβά)
  • Τοπίο και Σιωπή (εκδόσεις Λαβύρινθος) (μτφρ: Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλλη)
  • Πόλεμος (εκδόσεις Αιώρα) (μτφρ: Τάνια Παπαδοπούλου)
  • Ποιήματα 1948-2004 (εκδόσεις Κέδρος) (μτφρ: Νίνος Φενέκ Μικελίδης)
 

Παραπομπές 

 
  1.  Literature 2005
 

Εξωτερικές συνδέσεις 

 

 

Η σιωπή στις τέχνες ήταν πάντα ένα συναρπαστικό πεδίο διερεύνησης. Είναι η στιγμή εκείνη κατά την οποία το άτομο αναγκάζεται να αφουγκραστεί πράγματα που ακριβώς επειδή θεωρεί αυτονόητα δεν τα προσέχει. Η σιωπή, σε αντίθεση με άλλες εμπειρίες, δεν περιγράφεται. Είναι κάτι που βιώνει κάποιος. Όπως συνέβη στην περίφημη περφόρμανς του Τζων Κέιτζ, για παράδειγμα, το 1952, όπου η σιωπή «έγραψε».

 

1

Η σιωπή του Κέιτζ

 

Επηρεασμένος από τις λευκές επιφάνειες του ζωγράφου Ράουσενμπεργκ, ο πρωτοποριακός Αμερικανός καλλιτέχνης θα δοκιμάσει την επικοινωνιακή δυναμική της σιωπής με το 4.33’ (τέσσερα λεπτά και 33 δεύτερα), μια σύνθεση στην οποία δεν ακούστηκε ούτε μία νότα. Ακόμη και ο κόσμος που τον γνώριζε και ήταν γενικά ανεκτικός απέναντι στις περίεργες δουλειές του, δεν το περίμενε. Αρκετοί αποχώρησαν εκνευρισμένοι, κάποιοι άλλοι διαμαρτυρήθηκαν. Αδιάφορα όλα αυτά. Σημασία έχει ότι η σύνθεση αυτή θα τον κάνει παγκόσμια είδηση εν μία νυχτί.
Ο Κέιτζ, τότε με έντονο ενδιαφέρον για το βουδισμό, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει απόλυτη σιωπή και ότι κάθε ήχος μπορεί να αποκτήσει μουσικές ιδιότητες μέσα στο κατάλληλο περιβάλλον και με την κατάλληλη σύλληψη και ανάλογη δομή, που εν συνεχεία ο θεατής μπορεί να γεμίσει με τις δικές του φαντασιώσεις, εμπειρίες, συσχετισμούς και νοήματα. Κάπως έτσι ο Κέιτζ εγκαινιάζει ένα είδος «μουσικής του τυχαίου--αλεατορισμός», το οποίο θα βρει ικανούς μιμητές ανά την υφήλιο, όπως ο Ιταλός συνθέτης Λουίτζι Νόνο, όπως και ο επίσης Ιταλός Ενρίκο Μορικόνε. Το ενδιαφέρον είναι ότι το 2002 ο Κέιτζ θα σύρει στα δικαστήρια, με την κατηγορία του πλαγιαρισμού, το συνθέτη Μ. Μπατ για το κομμάτι του «Ενός λεπτού σιγή». Θα κερδίσει τη δίκη και μαζί με αυτήν και το πικρό σχόλιο του Βρετανού συνθέτη ο οποίος, απαντώντας στους δημοσιογράφους, θα υποστηρίξει ότι, σ’ αντίθεση με τον Κέϊτζ, αυτός χρειάστηκε μόνο ένα λεπτό για να πει ό,τι είχε να πει. Άρα η σιωπή του ήταν πιο πρωτότυπη.

 

2

Πορτρέτο του Χάρολντ Πίντερ

 

Γενικά η σιωπή στη μουσική πάντα είχε την τάση να δημιουργεί ένα αίσθημα μυστηρίου και στοχαστικότητας, ιδιαίτερα στον χώρο της θρησκευτικής μουσικής, όπως η περίπτωση του Εσθονού Άρβο Παρτ.


Γράφεται η σιωπή;

Τι γίνεται, όμως, όταν κάποιος θέλει να γράψει τη σιωπή, τη λέξη, το σημαίνον της, το γλωσσικό της σύμβολο; Πώς γράφει τη φύση ή την ποιότητα ή την εμπειρία της σιωπής; Πώς διαχωρίζει τη στιγμή που η ομιλία σταματά από τη στιγμή που η ομιλία αρχίζει; Τη διαφορά ανάμεσα στην παρουσία της σιωπής και την απουσία της ομιλίας; Πώς μπορεί να διαχωριστεί η γαλήνη της σιωπής από τον τρόμο της σιωπής; Ή η αλαλία που πηγάζει από το γεγονός ότι δεν έχει τίποτα να πει, από την σιωπή της απαγορευμένης ομιλίας; Πώς γράφει κανείς την ανάγκη να μιλήσει;
Σε κάθε περίπτωση, γράφοντας τη σιωπή απαιτεί πλαίσιο, με λεπτομερή περιγραφή και ορισμό. Δηλαδή, χρειάζεται περισσότερη γλώσσα (λόγος). Η σιωπή δεν γράφεται διά της παράλειψης ή από την απουσία των λέξεων. Χωρίς τη δεικτική συνεισφορά του αντιθέτου (να υπογραμμίζει την ύπαρξή της), η παρουσία της παρακάμπτεται, ακόμη και ακυρώνεται. Η σιωπή υπάρχει, αποκτά φυσική παρουσία μέσα από τη λαλίστατη γλώσσα, μέσα από τα σωθικά της. Και αυτή η άρθρωση και το πλαίσιο βοηθούν τον δέκτη να εκτιμήσει την ποιότητα και τα στοιχεία της. Η πραγματική, όμως, σιωπή δεν περιγράφεται. Μόνο βιώνεται. Όπως στο θέατρο, όπου επιβιώνει και χωρίς το λόγο (του γραπτού κειμένου), οπότε αποκτά αυτονομία και ιδιότητες δράσης.


Η σιωπή στο θέατρο

Κορυφαία παραδείγματα αυτού που συζητούμε είναι οι Μπέκετ και Πίντερ, δύο συγγραφείς που ποτέ δεν λείπουν από τις σκηνές μας. Και δεν είναι οι μόνοι. Ολοένα και περισσότεροι συγγραφείς και πρακτικοί του θεάτρου, κυρίως από τη νεότερη γενιά, αναζητούν τις επικοινωνιακές τους λύσεις στις παύσεις και στις σιωπές—να θυμίσω εν τάχει το περίφημο Ο ήχος της σιωπής του Άλβις Ερμανίς που είδαμε στα 11α Ευρωπαϊκά βραβεία θεάτρου στη Θεσσαλονίκη. Είναι η απάντηση τους στη φλυαρία και στην κενότητα της γλώσσας. Όπως είχε πει και ο Πίντερ, με αφορμή το έργο του Προδοσία, το οποίο, παρουσιάζει οσονούπω το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Γλυκερίας Καλαίτζή, «όταν πέφτει πραγματική σιωπή …είμαστε πιο κοντά στη γύμνια». Η σιωπή έχει να κάνει με την έκφραση βαθιών συναισθημάτων, μας λέει. «Όσο πιο έντονη είναι η εμπειρία τόσο λιγότερο εκφραστική είναι η συγκροτημένη άρθρωσή της».

3

 

Η σιωπή κουβαλά μέσα της μουσικότητα. Μπορεί να είναι οτιδήποτε και από οπουδήποτε. Όπως ο ήχος του ορθάνοικτου στόματος στον Μπέκετ που δεν βγάζει άχνα, όμως είναι εκκωφαντικός. Αυτοί οι συγγραφείς γνωρίζουν πώς να απελευθερώνουν ενέργεια με την ευαισθησία ποιητή και τη ρυθμικότητα μουσικού. Συνθέτουν κείμενα-παρτιτούρες, όπου οι ήχοι, οι τόνοι, τα ημιτόνια και οι παύσεις έχουν τους δικούς τους εσωτερικούς ρυθμούς. Όπως ο Κέιτζ έτσι κι αυτοί δείχνουν ότι όταν ένα άτομο δεν έχει τίποτα να πει, τότε η φύση και το περιβάλλον αναλαμβάνουν να μιλήσουν αντ’ αυτού, περιορίζοντας έτσι και το ρόλο της δημιουργικής πράξης.

 

4

 

Το ανησυχητικό σήμερα είναι ότι η σιωπή δεν είναι προσωπική επιλογή, αλλά επιβεβλημένη. Ζούμε κατά μόνας, στέλνουμε μηνύματα στο ίντερνετ αλλά στην ουσία δεν επικοινωνούμε. Είναι μια σιωπή ήττας και όχι στοχασμού όπως στον Μπέκετ, για παράδειγμα, ο οποίος, από ό,τι λένε όσοι τον γνώρισαν, ζούσε μέσα σε ατελείωτες σιωπές, και μάλιστα ανάμεσα σε φίλους, που διαρκούσαν ακόμη και μέρες. Ήταν οι πιο δημιουργικές στιγμές του.

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία
2/11/2014
Πηγή: http://savaspatsalidis.blogspot.com/

 

samuel-beckett culturecy

 

Τίποτα μηδαμινό δεν θα’ χε υπάρξει για το τίποτα τόσο υπαρκτό τίποτα μηδαμινό...

 

 

Στις  22 Δεκεμβρίου 1989 φεύγει από τη ζωή ο Σάμουελ Μπέκετ, ένας από τους σημαντικότερους πρωτοπόρους της σύγχρονης λογοτεχνίας και εκφραστής ενός μυστηριώδους ρεύματος που πολύ δύσκολα μπορεί να ενταχθεί σε κάποια καλλιτεχνική φόρμα.

Ο Μπέκετ έχει θεωρηθεί μοντέρνος, μεταμοντέρνος αλλά και «πατέρας» του θεάτρου του παραλόγου, όμως ο ίδιος αρνήθηκε όχι μόνο τους τίτλους αυτούς, αλλά και οποιαδήποτε προσπάθεια να δοθεί νόημα στα έργα του. Γεννημένος σε μια επαρχιακή πόλη κοντά στο Δουβλίνο, ο «Σαμ» σπουδάζει Γαλλικά και Ιταλικά, διαβάζει μανιωδώς τα έργα του Δάντη και το 1928 δίνει διαλέξεις Αγγλικών στην École Normale Supérieure του Παρισιού, τις οποίες παρακολουθούν ως φοιτητές ο Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μποβουάρ.

Επίσης, στο Παρίσι γνωρίζεται με τον Τζέημς Τζόυς και οι δύο Ιρλανδοί αναπτύσσουν στενή φιλική και πνευματική σχέση. Ο βαθμός στον οποίον ο νεαρός Μπέκετ επηρεάζεται από τον Τζόυς έχει ίσως υπερτονιστεί από τους κριτικούς, καθώς κάτι τέτοιο ισχύει κυρίως για το πρώιμο έργο του Μπέκετ, μέχρι δηλαδή να αναπτύξει το μοναδικό προσωπικό του στυλ. Αυτό θα συμβεί μόνο αφού αυτοεξοριστεί στο Παρίσι το 1937 και ζήσει ορισμένες δύσκολες εμπειρίες, όπως ο παγκόσμιος πόλεμος και τα προσωπικά του ψυχικά σκαμπανευάσματα.

Όταν τα ναζιστικά στρατεύματα εισβάλουν στη χώρα, ο Σάμουελ Μπέκετ εντάσσεται στη Γαλλική Αντίσταση και δραστηριοποιείται έμμεσα ή άμεσα, με αποκορύφωμα τη διάσωση της αγαπημένης του Σουζάν από τα χέρια της Γκεστάπο. Όπως και τους περισσότερους καλλιτέχνες, ο παραλογισμός και η ματαιότητα του πολέμου καθορίζουν τον ψυχισμό του Μπέκετ, που μέσα από τα έργα του θα εκφράσει τον παραλογισμό και τη ματαιότητα ολόκληρης της ζωής. Ο Μπέκετ πιστεύει πως η ζωή έχει νόημα αλλά αυτό είναι αδύνατο να βρεθεί και έτσι ο κόσμος είναι καταδικασμένα γεμάτος με αιωρούμενες απορίες, αδιέξοδα και απελπισία. Στο διασημότερο θεατρικό του έργο, οι -πάντα περιθωριακοί- ήρωες περιμένουν μάταια την άφιξη του Γκοντό και συμβολικά του Θεού (God-ot), κάτι όμως που για τον Μπέκετ σημαίνει πως «δεν έρχεται, άρα υπάρχει».

Βέβαια, ο τίτλος «απαισιόδοξος προφήτης» δεν είναι απόλυτα εύστοχος για τον Σάμουελ Μπέκετ, που βρίσκει κωμική τη δίχως ελπίδα αναζήτηση της αλήθειας και σημαντικό το να απολαμβάνει κανείς τις ερωτήσεις και το ταξίδι της ζωής. Ο συλλογισμός αυτός του χαρίζει μια πολύ ιδιαίτερη καλλιτεχνική ελευθερία: «Δεν υπάρχει ενότητα στον κόσμο, άρα γιατί να υπάρχει στα κείμενά μας; Ποια η πραγματικότητα; Το έργο, τα ίδια τα κείμενα».

Η πεποίθηση του πως η τέχνη πρέπει να είναι υποκειμενική και να εκφράζει τον εσωτερικό κόσμο του δημιουργού, έρχεται σε μορφή αποκάλυψης που βιώνει ο Μπέκετ στο δωμάτιο της μητέρας του στο Δουβλίνο το 1945 και που θα αποτυπώσει αργότερα (1958) μέσω του Κράππ, του ηλικιωμένου ήρωα που ακούει σε κασσέτα το αποκαλυπτικό παρελθόν του.

Γράφει στα Γαλλικά επειδή «είναι πιο εύκολο να γράψεις χωρίς ύφος» και έτσι, μέσα από τον εκφυλισμό της, απομυθοποιεί την ικανότητα της γλώσσας να περιγράψει αντικειμενικά την ουσία και την αλήθεια. Δίνει λοιπόν μεγάλη βαρύτητα στη σιωπή και κυρίως στο οπτικό κομμάτι του θεάτρου, καθώς οι σκηνικές οδηγίες στα έργα του είναι πάντα λεπτομερέστατες. «Η γλώσσα του είναι συνάμα λιτή, βίαιη, ελλειπτική. Δεν τον κρατούν αιχμάλωτο οι γραμματικοί κανόνες: αρχίζει μία φράση στον ενικό, την τελειώνει στον πληθυντικό, αντικαθιστά ένα ρήμα με ένα ουσιαστικό αν νομίζει ότι αυτό βοηθάει. Περνάει από την τέλεια έκφραση του απόλυτου λυρισμού, στη γλώσσα του πεζοδρομίου, στις βωμολοχίες» γράφει η Χριστίνα Τσίγγου στον ελληνικό πρόλογο του «Τέλους του Παιχνιδιού».

Ο Μπέκετ είναι άναρχος, αινιγματικός και παράδοξος σε όλα τα επίπεδα του έργου του. Την παραληριματική του γλώσσα πλαισιώνουν οι δυνατές, μεταφυσικές εικόνες, μια πρωτοφανής χρονική αυθαιρεσία, οι κατακερματισμένοι χαρακτήρες και η πλοκή που περισσότερο θυμίζει αίνιγμα. Παρόλο που η λογική δε λείπει από το έργο του Μπέκετ, ο Μάρτιν Έσσλιν θα το αποκαλέσει «Θέατρο του Παραλόγου», εξηγώντας: «κάθε απόπειρα να καταλήξει κανείς σε μια ξεκάθαρη και σίγουρη ερμηνεία θα ήταν τόσο παράλογη, όσο και το να προσπαθήσει να ανακαλύψει και να καθορίσει που ακριβώς αρχίζει και που ακριβώς τελειώνει το περίγραμμα ενός κιάρο–σκούρο σ’ έναν πίνακα του Ρέμπραντ, ξύνοντας τη μπογιά».

To 1969 απονέμεται στον Σάμουελ Μπέκετ το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το έργο του, που «μέσα από νέες λογοτεχνικές και θεατρικές φόρμες, εξυψώνει το μοντέρνο άνθρωπο μέσα από την ένδειά του». Ο Μπέκετ αρνείται να το παραλάβει και διαθέτει το χρηματικό έπαθλο των 73.000 δολαρίων σε νέου και πρωτοποριακούς καλλιτέχνες, ζωγράφους και σκηνοθέτες. Όσο μεγαλώνει, το έργο του Μπέκετ γίνεται όλο και περισσότερο μινιμαλιστικό και κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τη ζωή του. Περνάει τα τελευταία του χρόνια απομονωμένος στο Παρίσι.

 

πηγή: http://tvxs.gr/

antonis georgiou culturecy

 

Η έμπνευση έρχεται από παλιές φωτογραφίες, από αποκόμματα εφημερίδων, έρχεται κι από την πιλόττα. Μίλησε μας περισσότερο για την τελευταία, με ποιό τρόπο κατάφερε να σε κερδίσει και να εξυπηρετήσει το θέμα/τα θέματα που πραγματεύεσαι στο τελευταίο σου έργο;

 

Από όπου και να έρχεται η έμπνευση πάντα είναι καλοδεχούμενη. Αν και δεν αρκεί μόνο η έμπνευση, είναι μόνο η αρχή για οτιδήποτε, από την άλλη, χωρίς αυτήν δεν ξεκινά κάτι. Προσωπικά δεν μπορώ να προσδιορίσω πως ακριβώς συμβαίνει. Απλώς συμβαίνει. Ίσως μέσα μας μαζεύονται σκέψεις,  προβληματισμοί, εμπειρίες, που ψάχνουν το μέσο, το όχημα για να εκφραστούν και κάποια στιγμή ανεπαίσθητα συμβαίνει, το βρίσκουμε, έρχεται η έμπνευση.

Πιστεύω ότι πάντα γράφουμε για την πραγματικότητα, μέσα φυσικά από μια δική μας οπτική γωνία, χρησιμοποιώντας πρόσωπα και καταστάσεις για να πούμε αυτά που εμείς είδαμε και νιώσαμε. Ακόμα και αν είναι εντελώς φανταστικό το σκηνικό που στήνουμε. Τα ερεθίσματα είναι ποικίλα. Πολλές φορές, οι άνθρωποι δίπλα μου, μια φράση, ένα νεύμα, μια στιγμή κάποιου, άλλοτε μια είδηση στην εφημερίδα. Συχνά παρατηρώ τους γύρω και τους βλέπω ως ...ιστορίες ή μέρος ιστοριών και νιώθω και άσχημα γι’ αυτό!  Για το  Ένα αλπούμ ιστορίες αφορμή ήταν οι ιστορίες που άκουσα από ένα φίλο με αφορμή το θάνατο της γιαγιάς του και τα οικογενειακά αλπούμ.  Ήταν η ιδέα, η αρχή για να αρχίσω και σιγά- σιγά να δημιουργηθεί μια δομή που με βοήθησε να ενσωματωθούν όλες αυτές οι ιστορίες, σαν να ήταν εκεί έτοιμες για να γραφτούν και να ακουστούν.

Κάτι τέτοιο συνέβηκε και με την πιλόττα μάλλον. Οι πρώτες σκέψεις άρχισαν εκεί γύρω στο 2011. Αλλά δεν ξέρω τι προηγήθηκε, η σκέψη να κάνω ένα έργο για την πιλόττα ή ένα έργο για την Κύπρο και ότι έβλεπα γύρω μου,  ήταν η εποχή που η κρίση άρχισε να είναι ορατή, ήταν και η έξαρση των on line casino, των μπούκικων και όλων των σχετικών. Η πιλόττα ήταν μια προσπάθεια να μιλήσω για αυτά άραγε, για να κατανοήσω τι συνέβαινε;  

Έχω μνήμες προσωπικές από πιλόττα βέβαια. Είναι ένα παιχνίδι τόσο έντονα κυπριακό (και ας έχει γαλλική προέλευση, θυμάμαι την έκπληξη μου όταν το έμαθα) με παρελθόν αλλά και παρόν.  Ένα παιχνίδι τύχης αλλά κυρίως τεχνικής και σκέψης όπου υπάρχει έντονο το κλίμα ανταγωνισμού αλλά και συντροφικότητας. Ένα παιχνίδι που θυμίζει έντονα Κύπρο. Σκέφτηκα πως θα μπορούσα να παρακολουθήσω σε ένα θεατρικό μια τέτοια παρέα που μαζεύεται να παίξει πιλόττα, τις αντιδράσεις τους, τις κουβέντες τους. Αναγκαστικά τους χαρακτήρες μου τους  τοποθέτησα σε ένα χρονικό πλαίσιο. Ένιωσα επίσης ότι  ήθελα να δω και τις αλλαγές στους ίδιους και στις μεταξύ τους σχέσεις του μετά από κάποια περίοδο. Σε ένα άλλο χρονικό πλαίσιο. Και οι διαφορετικές συνθήκες σε κάθε εποχή βεβαία είχαν αντίκτυπο πάνω τους και στις ίδιες τις σχέσεις τους. Και γράφοντας κατάλαβα πως υπήρχε και μια πιο εσωτερική ανάγκη να μιλήσω για ότι έβλεπα γύρω μου και να κατανοήσω πως φτάσαμε ως κοινωνία σε αυτό που ζούμε σήμερα. Και η πιλόττα τελικά ενώ είναι κεντρικό σημείο στο έργο, γίνεται το όχημα και το μέσο να παρατηρήσουμε ανθρώπινες σχέσεις αλλά και την κοινωνία της Κύπρου.   

Όλα αυτά η αλήθεια είναι ότι τα σκέφτηκα πιο μετά, μετά από παρόμοιες ερωτήσεις.  ιστορίες. Τα πράγματα στην γραφή του έργου λειτούργησαν συνειρμικά και πιο απλά, ήταν εσωτερικές διεργασίες. Αφού ήρθε η έμπνευση (επιστρέφω στην ερώτηση σου) έστησα ένα τραπέζι και έβαλα γύρω πέντε ανθρώπους. Σε δυο εποχές. Και το παιχνίδι άρχισε και το γράψιμο το ίδιο και οδήγησε εκεί που οδήγησε. Σε ένα «γαμώτο» για ένα σύστημα που έχει το χρήμα για υπέρτατη αξία.

 

 la belote culturecy

 

Ακόμη ένα έργο, έχει προηγηθεί το "ένα αλπούμ ιστορίες", στην καθομιλουμένη κυπριακή. Γιατί την επιλέγεις ξανά; Σου είναι ευκολότερο ή δυσκολότερο να γράφεις στα κυπριακά;

 

Η απόφαση για χρήση της διαλέκτου ήταν εύκολη, όπως ήταν και στο Αλπούμ. Εύκολη διότι ουσιαστικά δεν γινόταν αλλιώς. Δεν μπορούσα να μιλήσω για την Κύπρο,  σε πρώτο πρόσωπο, να ακουστούν ιστορίες και να μην χρησιμοποιηθεί η διάλεκτος. Δεν μπορούσα να έχω στην σκηνή χαρακτήρες συγχρόνους σε ένα έργο με τόσο έντονο κυπριακό χρώμα και να μην μιλούσαν την καθομιλουμένη. Θα ήταν ψεύτικο νομίζω το αποτέλεσμα. Πέραν τούτου στο θέατρο νιώθω ότι κάποτε η καθομιλουμένη κυπριακή φτάνει πιο κοντά μας, μας αγγίζει, βρίσκει αν θέλεις χαραμάδες στο μέσα μας που η κοινή ελληνική δεν μπορεί ίσως να φτάσει. Ίσως.  Δεν υπάρχει κανόνας. Γενικά σε αυτά τα έργα  κατά κάποιο τρόπο με διάλεξε η διάλεκτος, δεν τη διάλεξα. Έχω γράψει όμως και στην κοινή ελληνική. Η χρήση της κυπριακής στην λογοτεχνία και στο θέατρο και γενικά στις τέχνες και όχι μόνο,  δεν πρέπει να γίνεται με κανένα «πρέπει», ούτε να αποκλείεται για γελοίους λόγους περί αφελληνισμού και όλες τις άλλες ανοησίες που ακούγονται κατά καιρού. Πιστεύω ότι οι λογοτέχνες του τόπου αν αφεθούν, καθαροί από «έξωθεν» παρεμβάσεις, μπορούν να νιώσουν σε ποιο είδος, διάλεκτος ή κοινή ελληνική, θέλουν να γράψουν κάθε φορά.

Υπάρχει μια δυσκολία να γραφτεί η διάλεκτος, ειδικότερα στην πεζογραφία. Κακά τα ψέματα, τα διαβάσματά μας, οι λογοτεχνικές μας επιρροές, είναιστην κοινή ελληνική. Στο θέατρο είναι πιο απλά και ειδικά σε αυτό που ουσιαστικά διαδραματίζεται στην σημερινή εποχή και τα ακούσματα είναι εδώ υπάρχουν. Παρόλο αυτά όμως όταν κάναμε ανάγνωση το έργο αντιλήφτηκα πως χρειάζονταν διορθώσεις αφού χωρίς να το καταλαβαίνω υπήρχαν εκφράσεις της κοινής, «γραπτός» λόγος στο προφορικό λόγο σε σημεία που δεν ήθελα. Διότι το έργο κάποτε,  όπως θα δείτε, «παίζει» και με την κοινή ελληνική σε κάποια σημεία που οι χαρακτήρες είτε παπαγαλίζουν αποσπάσματα από βιβλία ή θέλουν να «προσδώσουν» κύρος στα λεγόμενα τους ή να αστειευτούν ή να πειράξουν κάποιον. Μια άλλη χρήση της κοινής Ελληνικής δηλαδή που νομίζω υπάρχει ανάμεσα μας.  

 

 

Η πιλόττα, ένα έργο για τις ανθρώπινες σχέσεις. Για το πώς ο χρόνος και οι συνθήκες αλλάζουν αυτές τις σχέσεις. Πώς το σύστημα ελέγχει τους ανθρώπους κατασκευάζοντας ανάγκες και προσδοκίες." Αυτή η σύγκριση ανάμεσα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους ήταν έντονη και στο "άλπουμ", οι παθογένειες μιας κοινωνίας είναι συνδεδεμένες με την ικανότητα της να μαθαίνει από το παρελθόν, την ιστορίας της;

 

Η αλήθεια πέραν από τις αλλαγές στην κοινωνία με ενδιάφερε να δω και πως ο χρόνος (και οι συνθήκες βέβαια)  επηρεάζουν τα όνειρα, τις προσδοκίες, τις ανθρώπινες σχέσεις. Το έργο παρατηρεί μια παρέα αντρών στην διάρκεια μιας δεκαετίας. Σε δυο χρονικές περιόδους τις οποίες ορίζω κατά κάποιο τρόπο ως ορόσημο τόσο για τον τόπο όσο και για τους ίδιους τους ήρωες. Η μια είναι η εποχή του χρηματιστήριου και της πεποίθησης πως όλα είναι δυνατά, πως όλοι μπορούν να κερδίσουν αν ρισκάρουν, λίγο πριν από το λαμπερό Μιλλένιουμ και ενώ υπήρχε μια κάποια ψεύτικη ευμάρεια. Και μετά η αρχή της κρίσης και η εμφάνιση των διαφόρων πρακτορείων στοιχημάτων και των online καζίνο. Μια αν θέλεις πιο ακραία κατάσταση της ιδίας τζογαδόρικης αντίληψης. Δεν είναι βεβαία θέμα μονό της Κύπρου αν και παρατηρώ τη δική μας κοινωνία. Είναι χαρακτηριστικά ενός συστήματος που έχει αναγάγει το κυνήγι του κέρδους σαν υπέρτατη αξία και που ίσως σε χώρες σαν τις δικές μας με λιγότερες αντιστάσεις να παίρνει αυτή την μορφή του πιο ξεκάθαρου τζόγου. Αλλά η δεκαετία αυτή είναι και καθοριστική για τους ήρωες και ως άτομα. Στην πρώτη περίοδο είναι γύρω στα τριάντα και μετά περίπου σαράντα χρονών. Με όνειρα στην πρώτη περίοδο ή με μια αγωνιά να κάνουν κάτι "μεγάλο, πραγματικά μεγάλο" αλλά που αυτό το μεγάλο και το όνειρο είναι τόσο δοτά, είναι πάλι τα λεφτά, ένα μεγάλο αυτοκίνητο, ένα μεγάλο σπίτι, όσα τους πλασάρουν. Και καταλήγουν εκεί στα 40 τους χωρίς όνειρα, χωρίς προσδοκίες, χωρίς συναισθήματα, άδειοι να μετράνε απώλειες, μεταφορικά και κυριολεκτικά.

Οι παθογένειες μιας κοινωνίας επηρεάζονται από τις κυρίαρχες αξίες του συστήματος που κυριαρχεί. Αλλά θα βοηθούσε, αν μπορούσε, μια κοινωνία να μαθαίνει από την παγκόσμια ιστορία βέβαια αλλά και την δική της.  Θα ήθελα να πίστευα πως η κοινωνία μας μαθαίνει από το παρελθόν της, ή την ιστορία της αλλά δεν μπορώ. Δυστυχώς. Δείτε πόσα εύκολα για παράδειγμα ξεχνάμε τις δικές μας προσφυγές όταν έχουμε απέναντι μας μετανάστες. Ή πόσο δεν μαθαίνουμε από όλη την πορεία αυτού που λέγεται «κυπριακό πρόβλημα». Συνήθως καταλήγουμε να διεκδικούμε ότι είχαμε απορρίψει λίγα χρόνια πριν. Ακόμα και όταν λέμε ότι διδασκόμαστε από το παρελθόν, ο καθένας επιλέγει, δυστυχώς, να διαλέγει το παρελθόν και την ιστορία που του συμφέρει. Ας μπορούσαμε τουλάχιστον, για αρχή, να αποδεχτούμε ότι η δική μας αλήθεια δεν είναι η απόλυτη αλήθεια και να γίνουμε πιο ανοιχτοί και στις αλήθειες των άλλων. 

la belote2 culturecy

 

 

Πώς νιώθεις το έργο σου να αλλάζει και να εξελίσσεται μέσα στο χρόνο;

Όταν είσαι κάπου ακόμα ενεργός δύσκολα πιστεύω ότι μπορείς να κρίνεις αυτό που κάνεις. Αλλά αν προσπαθήσω να το δω σαν τρίτος (δύσκολο βεβαία) νιώθω ότι ενώ ταυτόχρονα υπάρχει μια εμμονή σε κάποια θέματα (καθημερινοί άνθρωποι, ιστορίες καθημερινές, ο τόπος, ο χρόνος) αυτοί είμαστε δεν μπορούμε εύκολα να αλλάξουμε, δεν ξέρω και αν θέλουμε να αλλάξουμε, υπάρχει μια προσπάθεια πειραματισμού στην δομή ή στην μορφή ίσως. Και όχι μόνο. Ατό μου αρέσει, δεν το επιδιώκω για χάρη της αλλαγής αλλά έρχεται από μόνο του. Θυμάμαι μια φίλη που μου είπε με απογοήτευση πως δεν της είχε αρέσει η Νόσος , ειδικά επειδή δεν έμοιαζε καθόλου με το Αγαπημένο μου Πλυντήριο. Την καταλαβαίνω. Δεν είναι ανάγκη να αρέσουν όλα όσα κάνουμε σε όλους, αλλά από την άλλη εγώ δεν θεώρησα καθόλου μειονέκτημα πως δεν έμοιαζαν τα ίδια έργα. Φαίνεται ακόμα πως στο θέατρο ακολούθησα μια αντιστροφή πορεία από την πεζογραφία όπου το δεύτερο βιβλίο έχει ένα πιο έντονο πειραματικό χαρακτήρα με την δομή και το στήσιμο.  Στο θέατρο ξεκίνησα πιο «χαλαρά», λιγότερο «θεατρικά»  ίσως γιατί μπήκα στο χώρο αυτό κάπως τυχαία, ή κάπως μη συνειδητά. Είχα στείλει στο διαγωνισμό του ΘΟΚ κάποιους μονολόγους για να δω πόσο θέατρο υπήρχε και πρόεκυψε η παράσταση και τα υπόλοιπα. Έτσι  ξεκίνησα με μονολόγους στο Αγαπημένο μου πλυντήριο , μετα η Νόσος είχε περίεργη δομή, με διακείμενο, παράλληλους μονολόγους, , ο Κήπος μας με συνεχή στρωτό διάλογο αλλά επίσης αναφορές σε άλλα κείμενα,  ενώ η La belote είναι ίσως το πιο «θεατρικό» από όλα , χωρίς βεβαία να λείπει και η εκπληξη νομιζω. Βεβαία τώρα σκέφτομαι ένα κείμενο που δεν το λέω ακόμα θεατρικό αλλά θα ήθελα να το δω στο θέατρο, άρα κανόνες δεν υπάρχουν.

 
Έχεις ξεχωρίσει κάποια θεατρική παράσταση τώρα τελευταία;

Αυτή την περίοδο τρέχω να δω παραστάσεις που είχα αφήσει πίσω. Παρακολούθησα το Τρίτο Στεφάνι του ΘΟΚ σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργια.  Είναι πάντα δύσκολο εγχείρημα η δραματοποίηση λογοτεχνικών κειμένων, ήταν φαντάζομαι πολύ πιο δύσκολο ενός τέτοιου εμβληματικού και κυρίως αφηγηματικού κειμένου. Ο σκηνοθέτης πετυχε να ισορροπήσει ανάμεσα στο λογοτεχνικό κείμενο και στο θέατρο χωρίς να προδώσει κανένα από τα δυο, και αυτό δεν είναι εύκολο. Συνήθως προδίδεται είτε το κείμενο, είτε η παρουσίαση δεν είναι θεατρική. Ο Τζαμαργιάς νομίζω κατάφερε και βρήκε το μέτρο με τη βοήθεια και της δραματοποίησης από τον Σάββα Κυριακίδη αλλά και όλων των συντελεστών. Δεν είμαι κριτικός γιού να αναλύσω και να κρίνω το κάθε τι. Εμένα μου άρεσε. Ένιωσα την αίσθηση που μου είχε αφήσει το βιβλίο εκείνη την πρώτη φόρα που το διάβασα. Γέλασα, συγκινήθηκα, γοητεύτηκα.  Ένιωσα ξανά και τα συναισθήματα που μου γέννησε το βιβλίο.  Μια θλίψη κυρίως για όλους αυτούς τους ανθρώπους που παρασύρονται από την ζωή και την ιστορία. Σαν να συναντούσα ένα παλιό γνώριμο. Όχι μόνο το βιβλίο αλλά και κομμάτια από την δική μας ζωή.

 

 

 

 

 

in the kitchen culturecy

 

Το θέατρο δέντρο παρουσιάζει το έργο, "in the kitchen"

παραστάσεις 27/10 - 17/11/2014, Δευτέρα, Τετάρτη, Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 19:00.

τιμή εισιτηρίου: 10 ευρώ

διάρκεια: 45 λεπτά

Κρατήσεις στο τηλέφωνο 99 775 105

Επί τω έργω:
Κατερίνα Λούρα
Μάριος Ιωάννου

Μουσική:
Κυριακή Ιακωβίδου

Επί σκηνής:
Νίκανδρος Σαββίδης
Θέμις Ππόλου
Μάρκος Ιούλιος Δρουσιώτης
Μαρία Κωστή

 

Μη έχοντας δουλεμένη δική μου γλώσσα, προβλέποντας το αδιέξοδό μου στον τόπο, τον χρόνο και στον άνθρωπο και γνωρίζοντας πως το διαβατήριο να γίνει θέατρο μια ιστορία είναι η συνθήκη, σκέφτηκα δυο ανθρώπους σε μια κουζίνα να φτιάχνουν τέσσερα γεύματα μη έχοντας τι να πουν. Αυτή η εγκατάσταση της επανάληψης συνεχώς της ίδιας σχεδόν συζήτησης μέσα σε τέσσερεις διαφορετικούς χρόνους δικαιώνει την απόγνωση του ανθρώπου να συνυπάρξει ως αυτό που είναι. Τα πρόσωπα επιχειρηματολογούν χωρίς να θέλουν να πείσουν ο ένας τον άλλο. Είναι ικανοποιημένοι που ζουν μέσα σ’αυτό το παιχνίδι μια στιγμή πλαστικής χαράς αφού δείχνουν ότι μιλούν και δείχνουν ότι όλα είναι καλά. Δεν γνωρίζω τι γενναιότητα και άσκηση χρειάζεται ο άνθρωπος για να υπάρξει ως ελεύθερος άνθρωπος έτσι ώστε να μπορέσει να παίξει σε μια πραγματική κουζίνα, μ’ένα πραγματικό άνθρωπο, μιλώντας μια πραγματική συζήτηση.

theatre culturecy

 

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014, 10:30- 13:30
Θεατρικό Μουσείο Κύπρου, Πάνου Σολομωνίδη 8, 3032 Λεμεσός

Τιμή: 15 ευρώ
Γλώσσα εκτέλεσης εργαστηρίου: Eλληνικά

Προετοιμασία ή/και προϋπόθεση προηγούμενης εμπειρίας συμμετεχόντων:
Άνετο ντύσιμο συμμετεχόντων. Προηγούμενη εμπειρία μη απαραίτητη. Για άτομα 16 ετών ετών και άνω.

Οι συμμετέχοντες εκπαιδεύονται να διακρίνουν μηχανισμούς χειραγώγησης και καταπίεσης και προετοιμάζονται στην αντιμετώπισή τους.

Εμψυχωτής/Καλλιτέχνης:
Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου είναι εκπαιδευτικός, εκπαιδευτής ενηλίκων, ψυχο-παιδαγωγός με σπουδές κι εμπειρία στην Ειδική και Δημοτική Εκπαίδευση, μη-τυπική εκπαίδευση και Θέατρο των Καταπιεσμένων.

πηγή: http://www.theatretc.com/

trito stefani culturecy

 

«Το Τρίτο Στεφάνι», το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή, ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς της νεοελληνικής πεζογραφίας, ανεβαίνει στην Κεντρική Σκηνή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά, δραματοποίηση Σάββα Κυριακίδη και μουσική Ευανθίας Ρεμπούτσικα. Μέσα από τις μνήμες και τις αφηγήσεις δύο γυναικών, της Εκάβης και της Νίνας, ο συγγραφέας σκιαγραφεί τον χαρακτήρα του νεοέλληνα μικροαστού, όπως αυτός διαμορφώθηκε κατά το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα. Πάθη, παράνομοι έρωτες, ματαιώσεις, ψέματα, απογοητεύσεις, θάνατοι συνθέτουν το παρελθόν των εμβληματικών αυτών γυναικών, αποκαλύπτοντας έτσι την παθογένεια των νεοελλήνων να απελευθερωθούν από τις καταπιεστικές δομές της οικογένειας και κοινωνίας. Το προσωπικό συνδιαλέγεται με το κοινωνικό και εθνικό παρελθόν, την ιστορία της Ελλάδας των νεότερων χρόνων, η οποία βρίθει από ένδοξες αλλά και τραγικές στιγμές. Μια ερμηνεία στο παρόν της κρίσης αξιών και ταυτότητας του σήμερα μέσα απο μια κωμικοτραγική Ταχτσική ιστορία του χθες.

Σκηνοθεσία: Τάκης Τζαμαργιάς
Δραματοποίηση: Σάββας Κυριακίδης
Σκηνικά: Εδουάρδος Γεωργίου
Κοστούμια: Λάκης Γενεθλής
Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα
Κινησιολογία: Λία Χαράκη
Σχεδιασμός Φωτισμών: Γεώργιος Κουκουμάς
Επιμέλεια μουσικής και ήχων: Γιώργος Κολιάς
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μάκης Μεζόπουλος
Βοηθός Σκηνογράφου: Θέλμα Κασουλίδου

Ερμηνεύουν (με σειρά εμφάνισης):
Ανδρέας Τσέλεπος, Στέλα Φυρογένη, Ιωάννα Σιαφκάλη, Αντωνία Χαραλάμπους, Ηρόδοτος Μιλτιάδους, Θέα Χριστοδουλίδου, Σώτος Σταυράκης, Δημήτρης Αντωνίου, Ζωή Κυπριανού, Ντίνος Λύρας, Πολυξένη Σάββα, Αννίτα Σαντοριναίου, Λουκάς Ζήκος, Έλενα Δημητρίου, Κύνθια Παυλίδου, Χριστίνα Χριστόφια, Ερμίνα Κυριαζή, Παναγιώτης Λάρκου, Κρίστη Παπαδοπούλου, Νιόβη Χαραλάμπους, Γιώργος Κυριάκου


ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ

Λευκωσία: Θέατρο ΘΟΚ (χώρος παλιού ΓΣΠ)
Επίσημη πρώτη: 15 Νοεμβρίου 2014
και κάθε Σάββατο, 8.00μ.μ. & Κυριακή, 6.00μ.μ. (μέχρι 25 Ιανουαρίου 2015)
Λεμεσός: Θέατρο Ριάλτο, Πέμπτη 11 & Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου, 8.00μ.μ.

Πληροφορίες / Εισιτήρια:
Ταμείο ΘΟΚ, τηλ. 77772717
(χώρος παλιού ΓΣΠ)
www.thoc.org.cy

 

rinokeros culturecy

 

«Γιατί να μη γίνω ρινόκερος; Άλλωστε μου αρέσουν οι αλλαγές!»

Η απροσδόκητη εμφάνιση ενός μανιασμένου ρινόκερου ανάμεσα στα πλήθη έρχεται να ταράξει τα ήρεμα νερά σε μια επαρχιακή πόλη της Γαλλίας και να σημάνει την αρχή μιας παράδοξης επιδημίας: οι άνθρωποι μεταμορφώνονται σε ρινόκερους! Μια παράλογη λογική επικρατεί και παρασύρει στο διάβα της τους άβουλους πολίτες που, προκειμένου να εξομοιωθούν με τον κοινωνικό περίγυρο, αποτινάσσουν τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους και απελευθερώνουν τα ζωώδη ένστικτά τους. Κάπως έτσι συντελείται μια κοινωνική μεταβολή που εδραιώνει στην πόλη τον νόμο της ζούγκλας. Ο μόνος που θα αντιταχθεί στη λαίλαπα της «ρινοκερίτιδας» είναι ο Μπερανζέ, ένας σχεδόν αποτυχημένος, φιλήσυχος και περιθωριοποιημένος ήρωας, που τελικά θα λειτουργήσει ως πρότυπο αλτρουισμού και αντίστασης στην ομογενοποίηση.

Το έργο του Ιονέσκο, πέραν των σουρεαλιστικών διαλόγων και των κωμικών στοιχείων, στην πραγματικότητα καυτηριάζει την άκριτη και μαζική εκναζιστοποίηση των χωρών, αλλά και κάθε μηχανισμό ταύτισης και ολοκληρωτισμού. Η πολιτική αυτή αλληγορία παραμένει ιδιαίτερα επίκαιρη στις μέρες μας, αφού αποτελεί μια κραυγή διαμαρτυρίας για τα πολιτικά συστήματα που φιμώνουν την ανθρώπινη ελευθερία και τελικά φανατίζουν και αποκτηνώνουν το άτομο, μετατρέποντάς το σε παχύδερμο-ρινόκερο.

Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές
Διασκευή/Σκηνοθεσία: Χρίστος Σιοπαχάς
Σκηνικά/Κοστούμια: Στέφανος Αθηαινίτης
Μουσική: Ανδρέας Μουστούκης
Σχεδιασμός Φωτισμών: Σταύρος Τάρταρης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μιχαέλλα Σιάτη
Βοηθός Σκηνογράφου: Αργύρης Αργυρίδης
Ειδικές κατασκευές: Χριστόφορος Χρίστου

Ερμηνεύουν:
Ανδρέας Τσουρής, Φίλιππος Σοφιανός, Νεοκλής Νεοκλέους, Μαργαρίτα Ζαχαρίου, Προκόπης Αγαθοκλέους, Άννα Γιαγκιώζη, Βαλεντίνος Κόκκινος

Ιντερμέδια: Μιχαέλλα Σιάτη και όλος ο θίασος


ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ

Λευκωσία: Θέατρο ΘΟΚ, Νέα Σκηνή
Επίσημη πρώτη: 31 Οκτωβρίου 2014
και κάθε Παρασκευή & Σάββατο (μέχρι 27 Δεκεμβρίου)

Ελ. Αμμόχωστος: Δημοτικό Θέατρο Σωτήρας, Πέμπτη 6 Νοεμβρίου

Λεμεσός: Θέατρο Ριάλτο, Τρίτη 25 Νοεμβρίου

Πάφος: Μαρκίδειο Θέατρο, Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου

Λάρνακα: Δημοτικό Θέατρο, Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου


Έναρξη παραστάσεων: 8.30μ.μ.


Πληροφορίες/Εισιτήρια

●Λευκωσία: Ταμείο Θεάτρου ΘΟΚ, τηλ. 77772717 (Τρίτη-Κυριακή 10.00π.μ.-1.30μ.μ., 4.00μ.μ.-6.00μ.μ.)
●Λεμεσός: Ταμείο Θεάτρου Ριάλτο, τηλ. 77777745 (Δευτέρα-Παρασκευή 10.00π.μ.-1.00μ.μ., 4.00μ.μ.-6.00μ.μ. και Σάββατο 10.00π.μ.-1.00μ.μ.)
●Λάρνακα: Ταμείο Δημοτικού Θεάτρου, τηλ. 24665795 (Δευτέρα-Παρασκευή 10.00π.μ.-1.00μ.μ., 4.00μ.μ.-6.00μ.μ. και Σάββατο 10.00π.μ.-1.00μ.μ.)
●Πάφος: Πολιτιστικό Τμήμα Δήμου Πάφου, τηλ. 26932014 (Δευτέρα-Παρασκευή 7.30π.μ.-2.30μ.μ.)
●Ελ. Αμμόχωστος: Δημοτικό Θέατρο Σωτήρας, από το ταμείο το βράδυ της παράστασης

eidikanou culturecy

Το θέατρο Ειδεκανού οργανώνει εργαστήρι Θεάτρου για παιδιά ηλικίας 6 με 11 χρονών το Σάββατο 25 Οκτωβρίου από τις 16:00 μέχρι τις 18:00 στο Πρακτορείο (Νικηταρά 19, Άγιοι Ομολογητές). Το εργαστήρι θα διεξαχθεί στην αγγλική γλώσσα, αλλά είναι ευπρόσδεκτα και παιδιά που έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν σε παιχνίδια ακολουθώντας απλές οδηγίες στα αγγλικά.

Δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη της φαντασίας, της δημιουργικότητας αλλά και της συνεργασίας, τα παιδιά που θα συμμετέχουν στο εργαστήρι θα κληθούν με την καθοδήγηση των εκπαιδευτών να δημιουργήσουν μία σύντομη θεατρική δράση που θα περιλαμβάνει στοιχεία και ιδέες από ένα πολύ οικείο χώρο του σπιτιού μας, την κουζίνα.

Με οδηγό το παιχνίδι που αποτελεί την φυσική γλώσσα των παιδιών, θα πειραματιστούμε με αντικείμενα (κατσαρολικά, σακούλες, δοχεία και άλλα μαγειρικά σκεύη και εργαλεία) καθώς και υλικά (π.χ. ζάχαρη, καφές, μακαρόνια) της κουζίνας, εντάσσοντάς τα στον κόσμο του θεάτρου. Στόχος του εργαστηρίου είναι να βοηθήσει τα παιδιά να αντιληφθούν ότι η θεατρική πράξη αλλά και κάθε μορφή τέχνης μπορεί να ξεκινά από "καθημερινές ρουτίνες" και "φτωχά" υλικά.

Δραστηριότητες στην Κουζίνα Θεάτρου:
- Πως μεταμορφώνομαι σε λαχανικό;
- Αυτοσχέδιες συνταγές
- Ένα εργαλείο κουζίνας μεταμορφώνεται σε…;
- Μάγειρες εκτός ελέγχου
- Μουσική και ρυθμός από υλικά κουζίνας

Ποιες: Έλενα Παυλίδου, Νικολέττα Βερύκιου
Που: Πρακτορείο (Νικηταρά 19, Άγιοι Ομολογητές)
Πότε: 16:00-18:00, Σάββατο 25 Οκτωβρίου
Συμμετοχή: 10 ευρώ (δωρεάν για τα παιδιά που συμμετέχουν στα τακτικά εργαστήρια)

99849598,96670490

 

 

Sunday, 19 October 2014 00:00

SHIFT - by Gulgun Kayim & Rooftop Theatre Group

Written by

shift culturecy

 

Shift is a sited devised performance collage created collaboratively by performers and artists from the local Greek-Cypriot and Turkish-Cypriot artistic community.
The piece is based on narratives, sounds and images related to the conditions, history and formation of the buffer zone area as well as excerpts from the absurdist play Picnic in the Battlefield by Fernando Arrabal.
The play, based on the Spanish Civil War, is set on a battlefield and a commentary on the absurdity of war. Other materials collected for the performance include: sound recordings from the buffer zone and its surroundings, interviews of former home owners and research of rules governing the transportation of goods, historical research of the surrounding buildings.

The performance is part of the Buffer Fringe Festival, organised by the Home for Cooperation, a project of the Association for Historical Dialogue and Research.

Director: Gülgün Kayim (http://www.skewedvisions.org/category/gulgun-kayim/)

Dramaturgy: Ellada Eva

Production Assistant: Marilena Kyriacou

Performers: Sinem Ertaner, Vasiliki Andreou, Marilena Kyriacou, Joanna Kordatou, Nadia Mowafy, Michalis Aristidou, Themida Nicolaou, Leda Koumide, Oya Akin, Christophoros Liverdos, Markos Edward Selim


Special thanks to Zoe Kakota
http://www.rooftoptheatregroup.com/
http://www.skewedvisions.org/

 

www.facebook.com/events/1548746918692343

 

More...

No sub-categories to show!
Template Settings

Color

For each color, the params below will give default values
Tomato Green Blue Cyan Pink Purple

Body

Background Color
Text Color

Footer

Select menu
Google Font
Body Font-size
Body Font-family
Direction