Μουσική

Μουσική (27)

Άρθρα - Εκδηλώσεις

Sunday, 18 June 2017 00:00

Ο θρύλος της τζαζ Charlie Parker

Written by

Charlie Parker culturecy

 

Ένας σπουδαίος σαξοφωνίστας και ένας από τους πλέον αναγνωρισμένους συνθέτες της μουσικής τζαζ, Charlie Parker. Κορυφαία μορφή στην εξέλιξη της μουσικής bebop, μαζί με τους Louis Armstrong and Duke Ellington θεωρείται από τους μουσικούς της τζαζ που έχουν ασκήσει τεράστια επιρροή στις μετέπειτα γενιές. Ο Parker αναδεικνύεται συστηματικά ο σπουδαιότερος σαξοφωνίστας όλων των εποχών, σύμφωνα με την άποψη του κοινού στις έρευνες των μουσικών περιοδικών.

 

 

Γεννημένος στο Κάνσας, ο Charlie «Yardbird» Parker ξεκίνησε να μαθαίνει σαξόφωνο σε ηλικία 11 ετών και αποτέλεσε μέλος της σχολικής ορχήστρας, πριν εγκαταλείψει το σχολείο, το 1935. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, κατάφερε να γίνει κύριος του σαξοφώνου, και ακολούθως εργάστηκε ως επαγγελματίας μουσικός σε διάφορα τοπικά τζαζ συγκροτήματα, διαμορφώνοντας το προσωπικό του ύφος. Ο σπουδαίος μουσικός είχε δηλώσει ότι πριν αποφασίσει να εμφανιστεί στο ευρύ κοινό, μελετούσε καθημερινά 11 έως 15 ώρες επί 4 ολόκληρα χρόνια.

 
 

Γύρω στο 1940 έγινε μέλος της ορχήστρας του πιανίστα Jay McShann, και την ίδια περίοδο εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, που αποτελούσε το κυρίαρχο κέντρο της τζαζ μουσικής. Το 1942 έγινε μέλος της ορχήστρας του Earl Hines για ένα έτος και ταυτόχρονα συνεργάστηκε με τον Dizzy Gillespie, ο οποίος έπαιζε τρομπέτα στην ορχήστρα, αλλά και άλλους νέους μουσικούς – που επρόκειτο να γίνουν διάσημοι σύντομα – όπως ο πιανίστας Thelonious Monk, ο κιθαρίστας Charlie Christian, και ο ντράμερ Kenny Clarke. Από τη μουσική που έπαιζαν, γεννήθηκε η γνωστή σήμερα ως Bebop.

 

Ωστόσο τα πράγματα δεν ήταν ρόδινα στην προσωπική ζωή του. Η επιβίωση ήταν ακόμα ένα δύσκολο ζήτημα από το οποίο υπέφερε και η οικογενειακή του ζωή. Η εξεύρεση εργασίας γινόταν όλο και πιο δύσκολη και η ψυχική του κατάσταση όλο και πιο ταραγμένη. Βυθίστηκε περισσότερο στο αλκοόλ αλλά και τη χρήση ηρωίνης. Το 1946 υπέστη νευρικό κλονισμό και εισήχθη σε ψυχιατρική κλινική για 6 μήνες, όπου απεξαρτήθηκε. Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη συγκροτεί τη δική του ορχήστρα: Miles Davis στην τρομπέτα, Max Roach στα ντραμς, Duke Jordan στο πιάνο, Tommy Potter στο μπάσο και ο ίδιος στο σαξόφωνο.

 

 

Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1947, ο Parker έλαβε πρόσκληση για να παίξει με τον Dizzy Gillespie και την μπάντα του στο Carnegie Hall. Η συναυλία έσπασε όλα τα προηγούμενα ρεκόρ προσέλευσης και οι σπουδαίοι μουσικοί μάγεψαν το κοινό.

Το 1948, μετά τον χωρισμό του με την Doris Snyder, ο Parker ξαναπέφτει στην ηρωίνη. Παρόλα αυτά η μουσική του και το όνομά του συνέχισαν να γίνονται όλο και πιο γνωστά σε όλο τον κόσμο ενώ το 1950 έκανε μια ευρωπαϊκή περιοδεία. Το 1951, στη Νέα Υόρκη συλλαμβάνεται για κατοχή ηρωίνης, κάτι που επιδεινώνει τα οικονομικά του προβλήματα. Το 1954, επιχειρεί δύο φορές να αφαιρέσει την ίδια του τη ζωή, χωρίς επιτυχία.

Ο θάνατός του ωστόσο ήταν ζήτημα χρόνου: η υγεία του είχε υποστεί σοβαρές βλάβες από τις καταχρήσεις, και στις 12 Μαρτίου του 1955, ύστερα από ένα έμφραγμα, μια πνευμονία και κύρωση του ύπατος, ο Charlie Parker «πέταξε» από τη ζωή.

 

πηγή: http://tvxs.gr/

 

 

 

Glenn Gould culturecy

 

O Γκλεν Χέρμπερτ Γκουλντ (25 Σεπτεμβρίου 1932 – 4 Οκτωβρίου 1982) ήταν διακεκριμένος Καναδός πιανίστας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σολίστ του πιάνου, γνωστός κυρίως μέσα από τις ηχογραφήσεις του. Το 1964 εγκατέλειψε πρόωρα τις δημόσιες εμφανίσεις και συναυλίες, εστιάζοντας το ενδιαφέρον του στις ηχογραφήσεις καθώς και στην παραγωγή ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών μουσικών προγραμμάτων. Σημαντικότερες θεωρούνται οι ερμηνείες του σε έργα του Μπαχ, όπως το Καλά συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο και οι Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ.

Βιογραφία

Ο Γκουλντ γεννήθηκε στο Τορόντο του Καναδά και το πραγματικό του όνομα ήταν Γκλεν Γκολντ. Η οικογένειά του φρόντισε να αλλάξει το όνομα πιστεύοντας πως με αυτό τον τρόπο θα απέφευγε τον αντισημιτισμό, που ήταν σε έξαρση εκείνη την εποχή στον Καναδά. Ο πατέρας του ήταν ερασιτέχνης βιολιστής ενώ η μητέρα του έπαιζε πιάνο και όργανο, αποτελώντας παράλληλα την πρώτη δασκάλα του Γκουλντ, ο οποίος με τη σειρά του έδειξε από νεαρή ηλικία την κλίση του στη μουσική. Σε ηλικία μόλις πέντε ετών συνέθετε και ερμήνευε δικές του μικρές συνθέσεις. Το 1942 ξεκίνησε σπουδές στο Toronto Conservatory of Music (μετέπειτα Royal Conservatory of Music), όπου σπούδασε πιάνο κοντά στον Αλμπέρτο Γκερέρο, από τον οποίο επηρεάστηκε σημαντικά,

Glenn Gould and Alberto Guerrero culturecy

Ο Γκλεν Γκουλντ σε ηλικία 13 ετών μαζί με τον δάσκαλό του Αλμπέρτο Γκερέρο (1945)

 

ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα εκκλησιαστικού οργάνου με τον Frederick C. Silvester και θεωρίας της μουσικής με τον Λίο Σμιθ (Leo Smith).

Το Δεκέμβριο του 1945, ο Γκουλντ πραγματοποίησε την πρώτη του δημόσια εμφάνιση, ως οργανίστας. Τον επόμενο χρόνο εμφανίστηκε ως σολίστ με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Τορόντο, ερμηνεύοντας το Κοντσέρτο αρ. 4 του Μπετόβεν, ενώ το 1947 έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ. Τρία χρόνια αργότερα, πραγματοποιήθηκε η πρώτη του ραδιοφωνική συναυλία, για τον σταθμό CBC (Canadian Broadcasting Corporation) του Καναδά, σηματοδοτώντας την μακρόχρονη ενασχόλησή του με το ραδιόφωνο και τις ηχογραφήσεις. Το 1955 υπέγραψε αποκλειστικό συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία Columbia Masterworks, με την οποία ηχογράφησε αρχικά τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ του Μπαχ, έργο το οποίο έτυχε θερμής υποδοχής, γνωρίζοντας τόσο καλλιτεχνική όσο και εμπορική επιτυχία.

 

Το 1957, περιόδευσε στη Σοβιετική Ένωση και αποτέλεσε τον πρώτο Βορειοαμερικανό πιανίστα που έδωσε συναυλίες εκεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Πραγματοποίησε τέσσερις συναυλίες στη Μόσχα και ισάριθμες στο Λένινγκραντ, ερμηνεύοντας κοντσέρτα του Μπαχ, του Μπετόβεν, καθώς και σειραϊκά έργα των Άρνολντ Σένμπεργκ και Άλμπαν Μπεργκ. Την επόμενη διετία, συνέχισε τις συναυλίες στο Βερολίνο, όπου ερμήνευσε με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου και μαέστρο τον Κάραγιαν, στη Βιέννη, στις Βρυξέλλες, στη Στοκχόλμη, στη Φλωρεντία και άλλες πόλεις της Ευρώπης. Από το 1959 ο αριθμός των συναυλιών του άρχισε να περιορίζεται σημαντικά και το 1964, ο Γκουλντ αποφάσισε να δώσει τέλος στις δημόσιες εμφανίσεις του ως σολίστ. Τα επόμενα χρόνια και μέχρι το τέλος της ζωής του, ασχολήθηκε με τις ηχογραφήσεις, τη σύνθεση, καθώς και την παραγωγή εκπομπών για το ραδιόφωνο, πραγματοποιώντας επίσης μία σειρά τηλεοπτικών προγραμμάτων για την βρετανική, γαλλική, γερμανική και καναδική τηλεόραση. Δημοσίευσε παράλληλα αρκετά άρθρα και κριτικές, αναλύοντας τις ερμηνείες του.
Λίγο πριν το θάνατό του, σχημάτισε μία ορχήστρα δωματίου με την οποία ηχογράφησε το Ειδύλλιο του Ζίγκφριντ του Βάγκνερ ως μαέστρος. Πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1982 στο Τορόντο, μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Μουσική

Ο Γκουλντ διακρίθηκε ως μουσικός για τις ευφάνταστες και εκφραστικές ερμηνείες του. Το ιδιαίτερο ύφος παιξίματος που είχε υιοθετήσει, σε συνδυασμό με τις πρωτότυπες και ελεύθερες ερμηνείες του ή ακόμα και το ασυνήθιστο ρεπερτόριο που επέλεγε, τον κατέστησαν ως έναν μη συμβατικό και εκκεντρικό μουσικό, ο οποίος όμως αναγνωρίστηκε ευρέως για τη δεξιοτεχνία του, την τεχνική του και την καθαρότητα στον ήχο. Ο Γκουλντ ερμήνευε στο πιάνο διατηρώντας χαμηλή στάση στο όργανο και σχεδόν επίπεδη τοποθέτηση των χεριών στα πλήκτρα. Σε ότι αφορά στο ρεπερτόριό του, υπήρξε εξαιρετικά εκλεκτικός, ερμηνεύοντας και ηχογραφώντας έργα συνθετών κυρίως της μπαρόκ, κλασικής και ύστερης ρομαντικής μουσικής. Ο ίδιος θεωρούσε πως ο ρόλος του πιανίστα είναι κατεξοχήν δημιουργικός και πρόσφερε πρωτότυπες και καινοτόμες ερμηνείες ορισμένες εκ των οποίων θεωρούνται αμφιλεγόμενες, όπως για παράδειγμα οι ερμηνείες του σε δημοφιλείς συνθέσεις του Μότσαρτ, του Μπετόβεν ή του Μπραμς.
Ο Γκουλντ απέδιδε ιδιαίτερη αξία στις ηχογραφήσεις, ενώ αντίθετα αντιπαθούσε τις συναυλίες, τις οποίες εκλάμβανε ως ένα πεδίο ανταγωνισμού και χώρο επίδειξης των δεξιοτήτων των ερμηνευτών. Μετά την τελευταία του συναυλία, το 1964, αφοσιώθηκε σε ηχογραφήσεις έργων, επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις δυνατότητες που προσέφερε η νέα τεχνολογία και αναγνωρίζοντας την επεξεργασία των ηχογραφημένων ταινιών ως μέρος της δημιουργικής διαδικασίας. Η πρώτη του εμπορική ηχογράφηση έγινε το 1955,

 

για τις ανάγκες της οποίας ερμήνευσε τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ, έργο που ηχογράφησε για δεύτερη φορά το 1981, χρησιμοποιώντας ψηφιακή τεχνολογία. Οι δύο ηχογραφήσεις διαφέρουν σημαντικά, με την πρώτη να είναι περισσότερο ενεργητική και γρήγορη ενώ η δεύτερη περισσότερο «εσωστρεφής» και αργή. Η ηχογράφηση του 1981 απέσπασε δύο βραβεία Grammy το 1983, μεταξύ των οποίων και το βραβείο καλύτερου δίσκου κλασικής μουσικής.

 

 

Ηχογράφησε ένα σημαντικό μέρος των έργων για πιάνο του Μπαχ, όπως το Καλά Συγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο και τα κοντσέρτα για πιάνο. Στη μοναδική ηχογράφηση με εκκλησιαστικό όργανο, επέλεξε να ερμηνεύσει ένα μέρος από την Τέχνη της Φούγκας. Άλλες γνωστές ηχογραφήσεις του περιλαμβάνουν τα κοντσέρτα και τις σονάτες για πιάνο του Μπετόβεν, καθώς και τις σονάτες του Μότσαρτ. Σημαντικές θεωρούνται επίσης οι ηχογραφήσεις του πάνω σε έργα των Σένμπεργκ (ηχογράφησε όλα τα έργα του για πιάνο), Σιμπέλιους και Χίντεμιτ.

 

 

Εκκεντρικότητα

Ο Γκουλντ συνήθιζε να σιγοτραγουδά κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, γεγονός που αποτυπώθηκε σε αρκετές από αυτές. Ο ίδιος ισχυριζόταν πως το τραγούδι του ήταν ασυνείδητο και αυξανόταν ανάλογα με την ανικανότητα του πιάνου να αποδώσει αυτό που εκείνος επεδίωκε. Ήταν επίσης γνωστός για τις ασυνήθιστες στάσεις του σώματός του όταν ερμήνευε στο πιάνο, καθώς και για την επιμονή του στην ομοιομορφία. Στις συναυλίες επέλεγε να παίζει χρησιμοποιώντας πάντα μία καρέκλα που είχε κατασκευάσει ο πατέρας του, ακόμα και όταν αυτή είχε φθαρεί υπερβολικά με την πάροδο του χρόνου.
Ο Γκουλντ φοβόταν υπερβολικά το κρύο και συνήθιζε για αυτό το λόγο να φορά ζεστά ρούχα ακόμα και σε θερμά μέρη. Ο ίδιος θα έλεγε για την διαφορετικότητά του: «Δεν πιστεύω πως ο τρόπος ζωής μου έχει ομοιότητες με εκείνον των περισσότερων ανθρώπων και είμαι ευτυχής για αυτό. Ο τρόπος ζωής και το έργο μου έχουν γίνει ένα. Αν αυτό είναι εκκεντρικότητα, τότε είμαι εκκεντρικός.»

Βραβεύσεις και αναγνώριση

Ο Γκλεν Γκουλντ βραβεύτηκε και τιμήθηκε αρκετές φορές, στη διάρκεια της ζωής του αλλά και μετά το θάνατο του. Απέσπασε συνολικά τέσσερα Βραβεία Γκράμι (1974, 1983, 1984) μεταξύ αυτών το βραβείο καλύτερης ερμηνείας σολίστα για την ηχογράφηση των Παραλλαγών Γκόλντμπεργκ (1981) και των σονατών αρ. 12 και 13 του Μπετόβεν. Το 1983 εισήλθε στον κατάλογο των μουσικών του Canadian Music Hall of Fame και προς τιμή του ιδρύθηκε το Ίδρυμα Γκλεν Γκουλντ (Glenn Gould Foundation), το οποίο έχει καθιερώσει επίσης την απονομή του Βραβείου Γκλεν Γκουλντ, ανά τρία έτη, σε κάθε αυτόνομο μουσικό που έχει κερδίσει την διεθνή αναγνώριση μέσα από την συνεισφορά του στη μουσική.

Ταινίες

Ηχογραφήσεις του Γκουλντ έχουν χρησιμοποιηθεί σε αρκετές ταινίες, τόσο κατά τη διάρκεια της ζωής του όσο και μετά το θάνατό του. Ο ίδιος συνέθεσε και είχε την επιμέλεια για την μουσική στις ταινίεςSlaughterhouse-Five (1972) και The Wars (1983).
Glenn Gould On The Record και Glenn Gould Off he Record (1959). Ντοκυμαντέρ, National Film Board of Canada.
Conversations with Glenn Gould (1966), BBC.
Slaughterhouse-Five (1972). Σκηνοθετημένη από τον George Roy Hill, ταινία βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Kurt Vonnegut. Η μουσική της ταινίας είναι σύνθεση του Γκουλντ, ο οποίος και ερμηνεύει.

 

Music and Terminology, Chemins de la Musique (1973-76). Σειρά ταινιών σε σκηνοθεσία του Bruno Monsaingeon.
The Goldberg Variations : Glenn Gould Plays Bach (1981). Σειρά τριών ταινιών, στις οποίες ο Γκουλντ σχολιάζει και ερμηνεύει μουσική του Μπαχ.
The Wars (1983). Ταινία σε σκηνοθεσία του Robin Philips και μουσική σε σύνθεση του Γκουλντ.
Variations on Glenn Gould. Ντοκυμαντέρ με θέμα τον Γκλεν Γκουλντ κατά τη διάρκεια ηχογράφησης στο Οντάριο.
Les Variacions Gould (1992). Ντοκυμαντέρ σε σκηνοθεσία του Manuel Huerga.
Thirty-Two Short Films About Glenn Gould (1993). Σκηνοθεσία του François Girard.
Glenn Gould ; The Russian Journey (2002). Το ταξίδι του Γκουλντ στη Σοβιετική Ένωση και οι εμφανίσεις του στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη.
Extasis (2003). Ντοκυμαντέρ με συναυλία του Γκλεν Γκουλντ και συνεντεύξεις.
Glenn Gould : The Alchemist (2003). Ντοκυμαντέρ με συνεντεύξεις κατά τη διαδικασία ηχογράφησης και ζωντανές ερμηνείες του Γκουλντ.
Glenn Gould : au-delà du temps (2005). Ντοκυμαντέρ Γαλλοκαναδικής παραγωγής σε σκηνοθεσία του Bruno Monsaingeon.


ΠΗΓΉ: http://el.wikipedia.org

 

Tuesday, 05 January 2016 00:00

Giuseppe Verdi: La Traviata

Written by

Πασίγνωστες άριες και ντουέτα ντύνουν μία από τις πιο αγαπητές ιστορίες μεγάλου έρωτα, ματαιωμένου από τις κοινωνικές συμβάσεις. Η όπερα «Λα Τραβιάτα» περιγράφει τον έρωτα μιας εταίρας με γόνο καλής οικογένειας του Παρισιού. Η σχέση προκαλεί την αντίδραση της οικογένειας του νέου, το ζευγάρι χωρίζει και ξανασυναντιέται λίγο πριν το θάνατο της κοπέλας. Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για ένα από τα αριστουργήματα του παγκόσμιου ρεπερτορίου της όπερας.

Η πρεμιέρα της «Τραβιάτα», το 1853 στο Θέατρο La Fenice της Βενετίας αναφέρεται συνήθως ως μία από τις μεγαλύτερες αποτυχίες στην Ιστορία της Όπερας. «Η Τραβιάτα ήταν ένα φιάσκο, μην ψάχνεις να βρεις δικαιολογία, απλώς έτσι είναι», έγραφε την επομένη κιόλας, στις 7 Μαρτίου 1853 ο Βέρντι στον εκδότη του, Τίτο Ρικόρντι. Ενάμιση αιώνα αργότερα, το αριστούργημα του Βέρντι αναγνωρίζεται ως ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του ρεπερτορίου με εκατοντάδες παραστάσεις κάθε χρόνο στις όπερες όλου του κόσμου και με χιλιάδες θεατών να τις παρακολουθούν εκστατικά.

Από το Πρόγραμμα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, 2015

 

Verdi - La Traviata - Marlis Petersen 1

 

Η παράσταση δόθηκε στην Όπερα του Γκρατς στην Αυστρία, στις 11 Μαρτίου 2011. Η διάσημη Γερμανίδα υψίφωνος Μάρλις Πέτερσεν, πλαισιωμένη από σπουδαίους σολίστες, κάνει – όπως ήταν αναμενόμενο – ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο στον ρόλο της Βιολέτας. Τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Γκρατς και τη Χορωδία της Όπερας του Γκρατς διευθύνει ο διακεκριμένος Νεοζηλανδός μαέστρος Tecwyn Evans. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο επιτυχημένος Γερμανός σκηνοθέτης έργων όπερας και θεάτρου, Peter Konwitschny. Τα κοστούμια και τα πολύ λιτά σκηνικά έχει σχεδιάσει ο επίσης Γερμανός και πολύ γνωστός για τις δουλειές του στο Θέατρο Μπολσόι στη Μόσχα, τη Μετροπόλιταν Όπερα στη Νέα Υόρκη και την Εθνική Όπερα της Αγγλίας στο Λονδίνο, Johannes Leiacker.

 

 

Giuseppe Verdi (1813-1901)

La Traviata (1853)

Opera in Three Acts / Όπερα σε Τρεις Πράξεις

Libretto by Francesco Maria Piave, based on "La dame aux Camélias" (1852), a play adapted from the novel by Alexandre Dumas, fils.

Violetta Valéry..........Marlis Petersen, soprano
Alfredo Germont..........Giuseppe Varano, tenor
Giorgio Germont..........James Rutherford, baritone
Flora Belvoix..........Kristina Antonie Fehrs, mezzo-soprano
Annina..........Fran Lubahn, soprano
Gastone..........Taylan Memioglu, tenor
Baron Douphol..........Ivan Oreščanin, baritone
Marquis d'Obigny..........David McShane, baritone
Dr. Grenvil..........Konstantin Sfiris, bass

Graz Philharmonic Orchestra and Graz Opera Chorus
Μουσική διεύθυνση – Conductor: Tecwyn Evans

Stage Director: Peter Konwitschny
Stage and Costume Design: Johannes Leiacker
Lighting Design: Joachim Klein
Television Director: Myriam Hoyer

Austria, Oper Graz, March 11th, 2011 (11 Μαρτίου 2011)

(HD 1080p)

Verdi - La Traviata  Marlis Petersen 10

 

Στην «Τραβιάτα» ο Βέρντι επιτυγχάνει ένα λεπτομερές ψυχογράφημα της ηρωίδας του. Ανάλογα με τις μεταπτώσεις στην ψυχολογία της, ο Βέρντι συνθέτει για τη φωνή με διαφορετικό τρόπο στην κάθε πράξη. Στην Α' Πράξη η ηδονική ελευθεριότητα και το λαμπερό πλην παρακμιακό Παρίσι περιγράφονται με μουσική που απαιτεί δεξιοτεχνικές ικανότητες της υψιφώνου που ερμηνεύει τον ρόλο του τίτλου. Στη Β' Πράξη η γαλήνη της ζωής στη φύση και τα βαθιά συναισθήματα της ηρωίδας αποδίδονται με τη θερμή φωνή της λυρικής σοπράνο, ενώ η τραγική κατάληξη του ματαιωμένου έρωτα αναδεικνύεται με τις σκούρες αποχρώσεις της φωνής που εκφράζουν τον πόνο και την απόγνωση.

Κάθε σημείο της μουσικής της «Τραβιάτα» συνδέεται άμεσα με την εξέλιξη της δράσης και την τραγική κατάληξη. Η δημοφιλέστατη εισαγωγή λειτουργεί σαν χρονικά ανεστραμμένη αναδρομή: ξεκινά σκοτεινά με το θέμα της Βιολέτας λίγες ώρες πριν το θάνατό της και σταδιακά φωτίζεται, καθώς η μουσική «θυμάται» τον άτυχο έρωτα. Γίνεται όλο και πιο φωτεινή και καταλήγει στην αρχή της ιστορίας, στις πρώτες ανέμελες μέρες καθώς η αυλαία σηκώνεται στη λαμπερή δεξίωση από την οποία ξεκίνησαν όλα. Τα χορωδιακά μέρη συνεισφέρουν εξίσου στη δημιουργία δραματικής έντασης: το χορωδιακό των ταυρομάχων προαναγγέλλει έμμεσα την εξεύρεση ενός θύματος, ενώ το αντίστοιχο καρναβαλικό δηλώνει την αμφισημία της κατάστασης υπογραμμίζοντας αφενός την τραγικότητα της στιγμής, αλλά και την υποκρισία της κοινωνίας απέναντι στην «παραστρατημένη».

Ο Τζουζέππε Βέρντι, ο διασημότερος συνθέτης του ιταλικού Ρομαντισμού, γεννήθηκε στη Ρονκόλα της τότε Γαλλικής Αυτοκρατορίας, ένα χωριό κοντά στο Μπουσέτο της Ιταλίας, και πέθανε στο Μιλάνο το 1901. Σπούδασε μουσική στο επαρχιακό Μπουσέτο και στη συνέχεια στο Μιλάνο. Τα πρώτα του έργα γράφηκαν μέσα στο επαναστατικό κλίμα της εποχής, απηχώντας ιδεολογικά τον αγώνα για την απελευθέρωση των ιταλικών κρατιδίων από τους Αυστριακούς και την ενοποίησή τους σε κυρίαρχη χώρα. Η ενασχόληση του Βέρντι με την πολιτική τον ανέδειξε σε εθνικό σύμβολο. Ως ακροστιχίδα το σύνθημα "Viva Verdi" σήμαινε «Ζήτω ο Βίκτωρ Εμμανουήλ βασιλιάς της Ιταλίας» (Viva Vittorio Emanuele Re D' Italia). Το 1861 ο συνθέτης εξελέγη μέλος του πρώτου ιταλικού κοινοβουλίου. Διασημότερες όπερές του είναι οι «Ναμπούκο» (1842), «Μάκμπεθ» (1847/ 1865), «Ριγκολέττο» (1851), «Τροβατόρε» (1853), «Τραβιάτα» (1853), «Η δύναμη του πεπρωμένου» (1862), «Αΐντα» (1871), «Οθέλος» (1887) και «Φάλσταφ» (1893).

Με τη μουσική του ο Βέρντι εξέφρασε σε αισθητικό επίπεδο το πνεύμα του ώριμου Ρομαντισμού και σε πολιτικό επίπεδο την επιθυμία των συμπατριωτών του να δουν την Ιταλία ελεύθερη και ενωμένη. Αγαπήθηκε από το πλατύ κοινό και απέκτησε εξαρχής δημοτικότητα που παραμένει αμείωτη μέχρι σήμερα. Στις ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες του 19ου αιώνα, ο Βέρντι υπήρξε ο συνθέτης που έζησε εκείνη τη μοναδική στιγμή στην Ιστορία της μουσικής, κατά την οποία η υψηλή τέχνη έγινε ταυτόχρονα και λαϊκή.

Το ποιητικό κείμενο της τρίπρακτης όπερας «Λα Τραβιάτα» υπογράφει ο Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε (1810-1876). Βασίζεται στο θεατρικό έργο «Η κυρία με τις καμέλιες» (1852), του Αλέξανδρου Δουμά υιού (1824-1895) και αφορά την ιστορία της Μαρί Ντυπλεσί (Marie Duplessis, 1824-1847), διάσημης «εταίρας» της παρισινής κοινωνίας, με την οποία σχετιζόταν ο ίδιος ο Γάλλος συγγραφέας. Ως μυθιστόρημα το έργο δημοσιεύτηκε το 1848, μόλις ένα χρόνο μετά το θάνατο της 23χρονης Ντυπλεσί από φυματίωση. Στο Παρίσι, πιθανώς τον Φεβρουάριο του 1852, ο Βέρντι παρακολούθησε τη θεατρική εκδοχή, επίσης του Δουμά υιού. Συνεπαρμένος, αποφάσισε για πρώτη φορά να απευθυνθεί στο κοινό μέσα από ένα θέμα σύγχρονο, στοχεύοντας σε ένα είδος κοινωνικής κριτικής. Η παγκόσμια πρώτη παρουσίαση της όπερας πραγματοποιήθηκε στις 6 Μαρτίου 1853 στο περίφημο Θέατρο La Fenice της Βενετίας. Στη συνέχεια ο Βέρντι επεξεργάστηκε αρκετά μέρη κυρίως της Β' Πράξης και παρουσίασε εκ νέου το έργο του στις 6 Μαΐου 1854, και πάλι στη Βενετία, στο Θέατρο San Benedetto.

 

Verdi - La Traviata  Marlis Petersen 8

 

Α' Πράξη

Στην κατοικία της Βιολέτας Βαλερύ στο Παρίσι, Αύγουστος, περ. 1850.

Κατά τη διάρκεια δεξίωσης, ο Γκαστόνε, υποκόμης του Λετοριέρ, συστήνει στη Βιολέτα – νεαρή γυναίκα ελευθέριων ηθών, γνωστή στην παρισινή υψηλή κοινωνία – άλλον ένα θαυμαστή της: τον Αλφρέντο Ζερμόν. Έπειτα από πρόποση του ίδιου νεαρού, οι καλεσμένοι περνούν στην αίθουσα χορού. Η Βιολέτα, με εμφανή συμπτώματα φυματίωσης, μένει πίσω. Της παραστέκεται ο Αλφρέντο, ο οποίος της εξομολογείται τον μεγάλο του έρωτα. Όταν όλοι αποχωρούν, η Βιολέτα αναρωτιέται αν αυτός ο νέος με τα αγνά αισθήματα θα μπορούσε να τη λυτρώσει από τον τρόπο ζωής της.


Β' Πράξη

1η Σκηνή – Εξοχική κατοικία στα περίχωρα του Παρισιού, Ιανουάριος, περ. 1851.

Η Βιολέτα και ο Αλφρέντο συζούν κιόλας τρεις μήνες. Όταν εκείνος μαθαίνει ότι η αγαπημένη του πουλάει τα υπάρχοντά της για να τους συντηρεί, αποφασίζει να επιστρέψει στο Παρίσι προκειμένου να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του. Κατά την απουσία του, ο πατέρας Ζερμόν επισκέπτεται κρυφά τη Βιολέτα. Της ζητά να εγκαταλείψει τον Αλφρέντο. Υποστηρίζει ότι η σχέση του γιου του με μία «εταίρα» απειλεί το μέλλον της κόρης του, η οποία και ετοιμάζεται να παντρευτεί. Συντετριμμένη, η Βιολέτα πείθεται να θυσιάσει τον έρωτά της. Όταν ο επιστρέφει Αλφρέντο, τον αποχαιρετά προφασιζόμενη πως φεύγει για λίγο. Αργότερα με ένα γράμμα τον πληροφορεί ότι τον εγκαταλείπει. Ο Ζερμόν προσπαθεί να καθησυχάσει τον γιο του, ωστόσο εκείνος, μη γνωρίζοντας την αλήθεια, ορκίζεται εκδίκηση.


2η Σκηνή – Στο μέγαρο της Φλόρας Μπερβουά στο Παρίσι.

Οι καλεσμένοι διασκεδάζουν. Καταφτάνει ο Αλφρέντο και κατόπιν η Βιολέτα συνοδευόμενη από έναν παλαιότερο θαυμαστή της, τον βαρόνο Ντουφόλ. Ο Αλφρέντο παίζει χαρτιά και κερδίζει μεγάλα ποσά. Ενώ οι καλεσμένοι έχουν αποσυρθεί για το δείπνο, ο Αλφρέντο και η Βιολέτα συνομιλούν μόνοι. Εκείνη φοβάται για τη ζωή του και τον παρακαλεί να φύγει. Για να τον πείσει, του λέει πως αγαπά τον βαρόνο. Ακούγοντας τα λόγια αυτά, οργισμένος, ο Αλφρέντο την προσβάλει μπροστά στους καλεσμένους. Πετά με περιφρόνηση στα πόδια της τα χρήματα που κέρδισε στα χαρτιά, λέγοντας πως την αποπληρώνει για τις υπηρεσίες που του παρείχε στο παρελθόν. Ο πατέρας του τον επιτιμά για την ανάρμοστη συμπεριφορά του, ενώ ο Ντουφόλ ρίχνει το γάντι στον νεαρό.


Γ' Πράξη

Στο υπνοδωμάτιο της Βιολέτας, Φεβρουάριος.

Στη φθισική Βιολέτα απομένουν μονάχα λίγες ώρες ζωής. Διαβάζει ξανά ένα γράμμα του πατέρα Ζερμόν: Την ενημερώνει ότι ο γιος του κατέφυγε στο εξωτερικό, αφού τραυμάτισε τον βαρόνο κατά τη μονομαχία, αλλά θα επιστρέψει πολύ σύντομα στο πλευρό της, προκειμένου να ζητήσει συγγνώμη, καθώς γνωρίζει πλέον για την αυτοθυσία της. Απ' έξω ακούγονται οι χαρούμενες φωνές των καρναβαλιστών. Ο Αλφρέντο εμφανίζεται εγκαίρως, και οι δύο νέοι ξανασμίγουν πανευτυχείς. Ονειρεύονται να φύγουν μαζί από το Παρίσι. Μόλις όμως η Βιολέτα σηκώνεται για να ντυθεί, καταρρέει. Ο γιατρός σπεύδει κοντά της, αλλά είναι πια πολύ αργά. Καταφτάνει επίσης ο Ζερμόν, εκλιπαρώντας τη για συγχώρεση. Η Βιολέτα δίνει στον Αλφρέντο ένα μενταγιόν με το αναμνηστικό της πορτρέτο, με την ευχή να παντρευτεί μια σύντροφο αντάξιά του. Κατόπιν ξεψυχά στην αγκαλιά του αγαπημένου της.

Από το Πρόγραμμα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, 2015

πηγή: facesofclassicalmusic.blogspot.com

 

Modest Mussorgsky

 

Συμφωνικό ποίημα του Μόδεστου Μουσόργκσκι, από τα δημοφιλέστερα έργα της ρωσικής λόγιας μουσικής. Είναι εμπνευσμένο από ένα διήγημα του συγγραφέα Νικολάι Γκόγκολ και βασίζεται σ' ένα ρωσικό θρύλο. Το έργο είχε μία μακρόχρονη συνθετική περιπέτεια.
Ο Μόδεστος Μουσόργκσκι (1839-1881) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ρώσους συνθέτες, μέλος της Ομάδας των Πέντε, που έθεσε τις βάσεις της ρωσικής εθνικής σχολής στη μουσική. Οι πρώτες ιδέες για τη σύνθεση του έργου κατέβηκαν στο μυαλό του Μουσόργκσκι το 1860, σε ηλικία 21 ετών. Ήθελε να γράψει μια όπερα με βάση το διήγημα του Γκόγκολ «Την παραμονή του Ιβάν Κούπαλα». Το διήγημα αναφέρεται σ' ένα χωρικό, που είναι αυτόπτης μάρτυς ενός χορού δαιμόνων την παραμονή της γιορτής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου (23 Ιουνίου) στο Φαλακρό Βουνό (Λίσα Χόρα), κοντά στο Κίεβο. Οι ιδέες του αυτές δεν υλοποιήθηκαν ποτέ.


Στις αρχές Ιουνίου 1867 ο Μουσόργκσκι άρχισε να γράφει το έργο υπό τη μορφή συμφωνικού ποιήματος (σύνθεση για ορχήστρα, που προσπαθεί να αποδώσει με μουσικά μέσα εξωμουσικό περιεχόμενο, για παράδειγμα εντυπώσεις από ανθρώπους, τοπία, ζωγραφικούς πίνακες ή λογοτεχνικά έργα), το οποίο τελείωσε μέσα σε 12 ημέρες, στις 23 Ιουνίου. Του έδωσε τον τίτλο Η Νύχτα του Αγίου Ιωάννη στο Φαλακρό Βουνό. Γεμάτος χαρά για τη δημιουργία του διακήρυξε: «είναι ένα αυθεντικά ρωσικό επίτευγμα, πλήρως απελευθερωμένο από τις γερμανικές επιρροές… γεννημένο στο ρωσικό χώμα και μεγαλωμένο, όπως το ρώσικο καλαμπόκι».
Όμως, γρήγορα προσγειώθηκε στην πραγματικότητα, όταν ο μέντοράς Μίλι Μπαλακίρεφ (μέλος της Ομάδας των Πέντε) στάθηκε ιδιαίτερα επικριτικός για το έργο. Η πρώτη εκδοχή έμεινε στο συρτάρι και δεν εμφανίσθηκε παρά μόνο το 1868.


Το 1872 ο Μουσόργκσκι αναθεώρησε το έργο. Του προσέθεσε χορωδιακά μέρη και το ενσωμάτωσε στη συλλογική όπερα - μπαλέτο Μλάντα, που ολοκληρώθηκε πολύ αργότερα. Το 1880 επεχείρησε την τρίτη αναθεώρηση του Φαλακρού Βουνού και το ενσωμάτωσε στην ανολοκλήρωτη όπερά του Το Παζάρι του Σοροσνίτζι.
Η προγραμματική βάση του έργου από τον Μουσόργκσκι είναι: Θορυβώδεις υπερφυσικές φωνές. Εμφάνιση των Πνευμάτων του Σκότους και του Θεού Τσέρνομπογκ. Δοξαστικό του Μαύρου Θεού. Μαύρη Λειτουργία. Γιορτή των Μαγισσών, που διακόπτεται από τους ήχους μιας μακρινής καμπάνας της εκκλησίας του χωριού. Τα Πνεύματα εξαφανίζονται. Αυγή.


Το 1881 ο αλκοολικός Μουσόργκσι έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 42 ετών και οι φίλοι του προσπάθησαν να βάλουν σε τάξη το αδημοσίευτο και ανολοκλήρωτο έργο του. Ο φίλος του συνθέτης Ρίμσκι - Κόρσακοφ (μέλος της Ομάδας των Πέντε) ανέλαβε να ενορχηστρώσει το έργο, το οποίο έκανε πρεμιέρα στις 27 Οκτωβρίου 1886 στην Αγία Πετρούπολη. Η εκδοχή του Ρίμσκι - Κόρσακοφ είναι αυτή που ακούγεται σήμερα στις αίθουσες συναυλιών και τις ηχογραφήσεις.


Το έργο του Μουσόργκσκι απασχόλησε πολλούς σύγχρονους μουσικούς.Ο διάσημος μαέστρος Λέοπολντ Στοκόφσκι παρουσίασε τη δική του εκδοχή το 1940 για τις ανάγκες της ταινίας κινουμένων σχεδίων του Ντίσνεϊ Φαντασία.

 

Ο ιάπωνας συνθέτης ηλεκτρονικής μουσικής Ισάο Τομίτα γοητεύτηκε από το έργο και ο Ντάγκλας Γκάμλι το χρησιμοποίησε στο σάουντρακ της ταινίας Asylum (1972).

 


Η ντίσκο εκδοχή του Φαλακρού Βουνού ακούστηκε στο σάουντρακ της ταινίας «Πυρετός το Σαββατόβραδο» (1977), ενώ το γερμανικό progressive/ death metal συγκρότημα Mekong Delta μας έδωσε τη heavy metal άποψη για το έργο, στο άλμπουμ Dances of Death (1990).

 

πηγές: http://www.sansimera.gr/https://www.youtube.comhttps://en.wikipedia.orghttp://mousiko-therapeia.blogspot.com.cy/

Saturday, 14 November 2015 00:00

Dmitri Shostakovich «The Jazz Album»

Written by

the jazz album-culturecy

 

Ο διευθυντής ορχήστρας , Nikolai Malko ήταν στενά συνδεδεμένoς με τις θεαματικές απαρχές της μουσικής καριέρας του Shostakovich. Ο Malko έδωσε την πρώτη παράσταση της νεανικής του Συμφωνίας No. 1 στις 12 Μαΐου 1926. Η επιτυχία της συμφωνίας εκσφενδόνισε άμεσα τη φήμη του Shostakovich , καθώς το έργο του έγινε αποδεκτό από τέτοιους διευθυντές ορχήστρας όπως οι Bruno Walter, Klemperer και Toscanmi και βρήκε μια μόνιμη θέση στο ρεπερτόριο των συναυλιών.
Στα επόμενα τρία χρόνια πριν από την αποδημία του από την ΕΣΣΔ, ο Malko όχι μόνο συνέχισε να προασπίζει τη μουσική του Shostakovich , αλλά ενήργησε ως μέντορας και φίλος του. Πήρε τον έπαινο γιατί συνέστησε το νεαρό Shostakovich στον Ivan Sollertinsky , έναν εξαιρετικά πολυμαθή άνθρωπο με ένα τεράστιο φάσμα ενδιαφερόντων και την ικανότητα να παρακινεί και να προκαλεί. Μέσα από την επιρροή του Sollertmsky ο Shostakovich δεν εισήχθη μόνο στον Mahler , αλλά ενθαρρύνθηκε να απολαύσει όλες τις μορφές της μουσικής από τον Bach έως τον Offenbach απαλλαγμένος από μουσικό σνομπισμό.


Στα φοιτητικά του χρόνια ο Shostakovich είχε ήδη αποκτήσει θρυλική φήμη για τις δυνατότητες του στην πρίμα βίστα , την καταπληκτική του μνήμη και την ικανότητά του να αφομοιώνει τη μουσική με την ταχύτητα αστραπής.Το Tahiti Trot δημιουργήθηκε το φθινόπωρο του 1928 ως επακόλουθο ενός στοιχήματος από τον Malko για να δοκιμάσει τις ικανότητές του Shostakovich : ο συνθέτης προκλήθηκε να ενορχηστρώσει το Tea For Two του Vincent Youman στο διάστημα μιας ώρας. Ο Shostakovich ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά και μέσα σε σαράντα λεπτά παρήγαγε την έξοχη, πνευματώδη και πρωτότυπη ενορχήστρωση του. Ο Malko παρουσίασε το Tahiti Trot (όπως το έργο αυτό έγινε γνωστό στη Ρωσία) στη Μόσχα στις 25 Νοεμβρίου του 1928 σε μια συναυλία που περιλάμβανε δύο άλλα νέα έργα του Shostakovich: τη σουίτα από την πρόσφατα τελειωμένη όπερα Τhe Nose και το Two Pieces By D. Scarlatti

To Τahiti Tiot απέκτησε τέτοια δημοτικότητα στη Ρωσία που παιζόταν από χορευτικά συγκροτήματα σε εστιατόρια , και συμπεριλήφθηκε ως entr’acte πριν από την τρίτη πράξη του μπαλέτου The Golden Age μετά από εισήγηση του διευθυντή ορχήστρας Alexander Gauk. Ήταν το μόνο νούμερο που γινόταν encore σε κάθε παράσταση του μπαλέτου.
Στα φοιτητικά του χρόνια ο Shostakovich, με την ακόρεστη μουσική περιέργειά του, σύχναζε σε συναυλίες επισκεπτών μουσικών της jazz και ανέφερε την μεγάλη ευχαρίστησή του σε μια jazz μπάντα που συνόδευσε μια «negro – opereta» το 1925. Ωστόσο, η jazz από τη Δύση φιλτραριζόταν προς την Σοβιετική Ένωση επιλεκτικά : αντιμετωπιζόταν με καχυποψία και εχθρότητα από ορισμένους κύκλους ως κατάλοιπο της αστικής κουλτούρας και παρακμής. Το 1930 ο Shostakovich γνώρισε τον πιο διάσημο και δημοφιλή στην Σοβιετική μουσικό «jazz» τον Leonid Utyosov και την ορχήστρα του «Tea Jazz» στην Οδησσό. Αυτή η ορχήστρα έπαιζε ένα μείγμα μουσικής, την οποία θα ήταν σωστότερο να περιγράψει κανείς ως ελαφρά λαϊκή μουσική παρά jazz. Ο Shostakovich είχε εντυπωσιαστεί από Utyosov και τον έβλεπε ευνοϊκά , θεωρώντας τον ως τον μεγαλύτερο εν ζωή καλλιτέχνη στη Σοβιετική Ένωση.


Το 1931 μετά από πρόσκληση του Utyosov και του Ιsaak Dunaevsky, συνθέτη δημοφιλών τραγουδιών και μαρς, ο Shostakovich έγραψε τη μουσική για μια θεατρική παράσταση (βαριετέ) το Hypotheltcatly Murdered. Η παράσταση ήταν ένα προκλητικό μείγμα χιουμοριστικής σάτιρας και θεματικής προπαγάνδας, και δεν αποτελεί έκπληξη ότι σύντομα έκλεισε μετά από μια σκανδαλώδη υποδοχή. H παρτιτούρα του Shostakovich ήταν ένα μείγμα πνευματώδους σκανδαλιάς και δηκτικής παρωδίας. Όπως και στην κινηματογραφική του μουσική , χρησιμοποίησε αυτό το έργο ως «εργαστήριο» για πειραματισμό και επεξεργασία μουσικών ιδεών για τις πιο «σοβαρές» συνθέσεις του . Όμως η προσπάθεια του Shostakovich απείχε πολύ από την ενσωμάτωση στοιχείων jazz σε αυτό το έργο.
Λίγα χρόνια αργότερα, ο Shostakovich έκανε μια συνειδητή προσπάθεια για να γράψει σε ένα jazz ιδίωμα. Το 1934 συμφώνησε να συμμετάσχει σε μία jazz – επιτροπή της οποίας δεδηλωμένος στόχος ήταν να ανεβάσει το επίπεδο της Σοβιετικής jazz από τo επίπεδο της λαϊκής μουσικής των «cafe» σε μουσική με επαγγελματικό status.Ένας διαγωνισμός διοργανώθηκε στο Λένινγκραντ και για να ενθαρρύνει και άλλους ο Shostakovich έγραψε την Jazz SuiteΝo 1 σε τρία μέρη. Αυτή ακολουθήθηκε το 1938 από τη Jazz Suite Νο 2 , η οποία γράφτηκε μετά από αίτημα της νεοσύστατης Κρατικής Ορχήστρας για την jazz και τον μαέστρο της Victor Knushevitsky. Και οι δύο σουίτες αποκαλύπτουν τη λαμπρότητα και εξυπνάδα στην ενορχήστρωση του Shostakovich , αλλά η μουσική αυτή με δυσκολία συμφωνεί με αυτό που κοινώς αποδεχόμαστε και κατανοούμε ως jazz. Στα έργα αυτά μάλλον ο συνθέτης κάνει χρήση ενός ελαφρού μουσικού ιδιώματος το οποίο είχε χρησιμοποιήσει εκτενώς στη θεατρική και την κινηματογραφική του μουσική. Ενώ η πρώτη σουίτα αντικατοπτρίζει την πληθωρικότητα και την παρακμή της δεκαετίας του 1920, η δεύτερη σουίτα έχει τις ρίζες της στη Βιέννη του Johann Strauss και έχει στραμμένο το βλέμμα της προς τον κόκκινο Στρατό.
Μετά την πρεμιέρα της Πρώτης Συμφωνίας ο Shostakovich άρχισε να σκέφτεται σοβαρά να επιδιώξει μια πιανιστική σταδιοδρομία Αυτό οφείλεται εν μέρει σε ένα μπλοκάρισμα της δημιουργικότητάς του – μετά την ολοκλήρωση της πρώτης Συμφωνίας τον Ιούλιο του 1925, δεν έγραψε μουσική για περισσότερο από ένα χρόνο. Όταν επέστρεψε στη σύνθεση είχε μαζί του δύο έργα για πιάνο, την Piano Sonata No. 1 Op. 12 και τους Αφορισμούς op. 13 τα οποία είδε ως οχήματα για τη δική του δεξιοτεχνία.
Τον Ιανουάριο 1927 ο Shostakovich επιλέχθηκε να συμμετάσχει με τη Σοβιετική ομάδα πιανιστών στο Διαγωνισμό Chopin στη Βαρσοβία. Ο συνθέτης είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στο να κερδίσει το πρώτο βραβείο, και ένοιωσε πίκρα και απογοήτευση όταν βραβεύτηκε μόνο με ένα δίπλωμα. Απέδωσε το αποτέλεσμα στην μεροληψία της κατά αποκλειστικότητα Πολωνικής ελλανοδίκου επιτροπής, η οποία ευνόησε τους Πολωνούς πιανίστες σε βάρος των Ρώσων (δεκαεπτά από τους τριάντα ένα συμμετέχοντες ήταν Πολωνοί). Η αποτυχία στο πεδίο αυτό παρακίνησε τον Shostakovich να επικεντρώσει την ενεργητικότητά του στη σύνθεση , και σταδιακά εγκατέλειψε τις φιλοδοξίες του ως σολίστ. Μέχρι το 1930 είχε σχεδόν παραιτηθεί από το να παίζει στο κοινό.
Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και του 1930 ο Shostakovich εργάστηκε με αξιοσημείωτη ταχύτητα και ένταση, και παρήγαγε μια ιλιγγιώδη ποικιλία και εύρος συνθέσεων. Ο νεαρός συνθέτης έδειχνε να απολαμβάνει την μετακίνηση από ένα διαμετρικά αντίθετο ύφος έργου σε ένα άλλο. Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα του γεγονότος αυτού είναι η οξεία αντίθεση της τραγικής όπερας Lady Macbeth of the Mtserisk και τα επόμενα δύο έργα για πιάνο – τα ελκυστικά και ευπρόσιτα
Πρελούδια op.34 και το Piano Concerto no 1 op.35 με το πληθωρικό πνεύμα και το δεσπόζον στοιχείο της παρωδίας. Και τα δύο έργα γράφτηκαν με στόχο να ξαναρχίσει τις περιοδείες, που συνήθιζε να απολαμβάνει ως μέσο απόδρασης από την πίεση της ζωής .
Το κοντσέρτο είναι για ορχήστρα εγχόρδων με ένα προεξέχων σολιστικό μέρος για τρομπέτα, γραμμένο για τον τρομπετίστα της Φιλαρμονικής του Λένινγκραντ.(Σύντομα ο Shostakovich θα προτιμούσε να παίζεται το έργο από την Φιλαρμονική της Μόσχας λόγω της εκφραστικής απόδοσης του τρομπετίστα τους Yunev). Το έργο περιέχει έναν πλούτο από αναφορές, όπου ο συνθέτης προκαλεί τον ακροατή για να αναζητήσει τις πηγές της μουσικής, είτε είναι ένα Εβραϊκό τραγούδι του δρόμου από την Οδησσό, είτε είναι μια αναφορά στον Beethoven ή Haydn, είτε είναι μια αυτοαναφορική παρωδία. Το οιονεί συναισθηματικό βαλς του δεύτερου μέρους, με τις νύξεις του για τον κόσμο του κινηματογράφου, βρίσκεται σε αντίθεση με τα έσχατα μέρη, όπου η μουσική παίχνιδίζει θορυβωδώς μέσα από ένα ατέλειωτα μεταβαλλόμενο καλειδοσκόπιο από μελωδικά θέματα. Το έργο με τα τέσσερα μέρη διαρκεί λίγο περισσότερο από είκοσι λεπτά, όμως καταφέρνει να δώσει την εντύπωση ενός συνεκτικού συνόλου. Αυτή ήταν ίσως η τελευταία σημαντική σύνθεση στην οποία Σοστακόβιτς διακηρύσσει την τόλμη και το κέφι της νιότης.

© Elizabeth Wilson

Από το booklet του cd
Μετάφραση msarid

DMITRI SHOSTAKOVICH (1906 – 1975)
THE JAZZ ALBUM

 

Jazz Suite No. 1

1) I. Walz
2) II. Polka
3) III.Foxtrot
Piano Concerto No.1 in C minor, op. 35
(Concerto for Piano, Trumpet and Strings)

4) I.Allegretto
5) II. Lento
6)III.Monderato
7) IV. Allegro con brio

Jazz Suite No. 2
(Suite for Promenade Orchestra)

8) I.March
9) II. Lyric Waltz
10) III. Dance 1
11) IV. Waltz
12) V. Litle Polka
13) VI. Waltz 2
14) VII. Dance 2
15) VIII. Finale

16) Tahiti Trot (Tea forTwo)
(Y. Youmans, arr. D. Shostakovich)

Ronald Brautigam piano
Peter Masseurs trumpet
Roayal Concertgebouw Orchestra
Riccardo Chailly

 

πηγή: https://msarid.wordpress.com

lonnie-donegan culturecy

 

Lonnie Donegan

 

 

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

ewan-maccoll culturecy

Ewan Maccoll

 

 

 

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

bert-jansch culturecy

Bert Jansch

 

 

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Donovan culturecy

Donovan

 

 

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

incredible-string-band culturecy

Incredible String Band

 

 

 

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

pentangle-band culturecy

Pentangle

 

 

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

 

Fairport convention culturecy

Fairport Convention

 

 

 

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

steeleye-span culturecy

Steeleye Span

 

 

 

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

TheAlbionCountryBand culturecy

Albion Country Band

 

 

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

fotheringay culturecy

Fotheringay

 

 

 

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

lindisfarne culturecy

Lindisfarne

 

 

 

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

richard  linda thompson culturecy

Richard & Linda Thompson

 

 

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

amazing blondel culturecy

Amazing Blondel

 

 

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Roy Harper culturecy

Roy Harper

 

 

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

nick drake culturecy

Nick Drake

 

 

 

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Ralph McTell culturecy

Ralph McTell

 

 

 

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Traffic culturecy

Traffic

 

 

 

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

jane tabor culturecy

June Tabor

 

 

 

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

billy bragg culturecy

Billy Bragg

 

 

 

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

oysterband culturecy

Oysterband

 

 

 

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

nic jones culturecy

Nic Jones

 

 

 

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

dick gaughan culturecy

Dick Gaughan

 

 

 

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

martin simpson culturecy

Martin Simpson

 

Πώς ένα παρωχημένο format γνωρίζει τις μεγαλύτερες δόξες του εδώ και 20 χρόνια

  

i-epistrofi-tis-kasetas-culturecy

 

από το Νεκτάριο Κουβαρά για το http://www.elculture.gr/

Στις 18 Απριλίου, δηλαδή στη φετινή Record Store Day, oι Μetallica θα κυκλοφορήσουν το πρώτο demo τους από το 1982 με τίτλο «Νο Life Till Leather», σε κασέτα. Μπορεί μια τέτοια κίνηση που απευθύνεται ξεκάθαρα στους σκληροπυρηνικούς fans, να μοιάζει ασυνήθιστα ρομαντική για τα δεδομένα του συγκροτήματος, όμως όπως δείχνουν πρόσφατες έρευνες, αυτοί ακριβώς οι σκληροπυρηνικοί fans είναι υπεύθυνοι για το 75% των εσόδων στη μουσική βιομηχανία (και όλο και κάτι θα έχουν υπόψη τους οι Metallica). Ωστόσο, το γεγονός και μόνο ότι έχουμε φτάσει στο σημείο να βλέπουμε ως κάτι απόλυτα λογικό την κυκλοφορία original υλικού σε ένα παρωχημένο μέσο από τόσο δημοφιλείς καλλιτέχνες, είναι από μόνο του αξιοσημείωτο. Πριν από μόλις 5 χρόνια, το σκηνικό ήταν εντελώς διαφορετικό.

Ας πούμε ότι η επιστροφή της κασέτας ξεκίνησε το 2010. Τότε ήταν που μίλησε γι’ αυτή και το Pitchfork που στους κύκλους των hipsters είναι κάτι σαν την Εφημερίδα Της Κυβερνήσεως. Ξαφνικά, δεκάδες ανεξάρτητοι καλλιτέχνες άρχισαν να κυκλοφορούν τη μουσική τους στο ξεχασμένο format και τοσοδούλικα cassette labels άρχισαν να ξεπηδούν από δεξιά κι αριστερά. Το 2011, οι πωλήσεις κασετών στην Αμερική είχαν ήδη ανέβει σχεδόν κατά 50% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Το 2013, είχαμε και την πρώτη Cassette Store Day, που ενθαρρύνει τους απανταχού μουσικόφιλους να στηρίξουν τις μικρές ετικέτες και τους ανεξάρτητους καλλιτέχνες που κυκλοφορούν σε κασέτες, ενώ στη δεύτερη Cassette Store Day πέρυσι, είχαμε πάνω από 300 νέες κυκλοφορίες – εξαπλάσιες από αυτές του 2013. Η μόδα έχει αρχίσει να εγκαθίσταται για τα καλά. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς, ότι είναι πιο ενδιαφέρον φαινόμενο από την αντίστοιχη επιστροφή του βινυλίου λίγα χρόνια νωρίτερα, αφού μετά την έλευση του CD, η παραγωγή κασετών έπεσε στα τάρταρα, κάτι που για το βινύλιο δε συνέβη ποτέ. Σήμερα, οι μικρές ετικέτες κασέτας έχουν πολλαπλασιαστεί και μεγαλώσει (με πιο κραταιή απ’ όλες τη Burger Records που έχει πουλήσει πάνω από 300.000 κασέτες από το 2007), αλλά στο παιχνίδι έχουν μπει και μεγαλύτερες εταιρείες, είτε μιλάμε για ανεξάρτητες δισκογραφικές όπως η Rough Trade, είτε για κολοσσούς όπως η Disney, που πούλησε πάνω από 2500 κόπιες της κασέτας που άκουγε ο χαρακτήρας του Κρις Πρατ στο "Guardians of the Galaxy"

 

METALLICA culturecy

 

Ξεκάθαρα, η συνθήκη που επέτρεψε τη διάδοση της μόδας, είναι η γενικότερη άνοδος της DIY αισθητικής και του lo-fi ήχου που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στους κύκλους της εναλλακτικής μουσικής (αν και στην πραγματικότητα, δεν είχε σημειωθεί ποτέ και κάποια αντίστοιχη πτώση). Το βασικό κίνητρο για να αρχίσει κανείς να ασχολείται με κασέτες, είναι η νοσταλγία, αν τις έχει προλάβει στον καιρό τους, ή αντίστοιχα η vintage αίγλη που αποπνέουν στους νεότερους. Σε κάθε περίπτωση, είναι ένα σπορ για ρομαντικούς. Αν ρωτήσεις οποιονδήποτε «κασετάκια», θα σου μιλήσει για τον διαφορετικό, ζεστό ήχο της κασέτας, για τις εποχές που με κόπο γράφαμε mixtapes για να τα κάνουμε δώρο σ’ αυτόν ή αυτή που μας αρέσει, ή ακόμα και για τότε που περιμέναμε με το μαγνητόφωνο για να γράψουμε το αγαπημένο μας τραγούδι όταν τύχει να το παίξει το ραδιόφωνο. Και φυσικά, ας μην ξεχνάμε τον παράγοντα «φετίχ» και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και ρόλο της κασέτας ως φυσικό αντικείμενο και αναλογικό μέσο, μέσα σ’ έναν ψηφιακό κόσμο. Υπάρχουν βέβαια πολλοί που δεν πείθονται από τα παραπάνω ρομαντικά και επιμένουν να χλευάζουν τη συγκεκριμένη μόδα και να τονίζουν τις αδυναμίες της κασέτας. Άλλα όπως κάθε σοβαρός άνθρωπος ξέρει, στην πραγματικότητα το κάθε μουσικό format έχει τα συν και τα πλην του κι ο καθένας είναι ελεύθερος να επιλέξει σε ποιες παραμέτρους θέλει να δώσει μεγαλύτερο ειδικό βάρος όταν διαλέγει πού και πώς θα ακούσει μουσική.

 

Kasetes culturecy

 

Οι αδυναμίες της κασέτας είναι πολλές και λίγο-πολύ γνωστές: Δεν υπάρχει δυνατότητα να πας απευθείας σε ένα κομμάτι, υπάρχει πάντα το πρόβλημα της διαχείρισης του χρόνου σε κάθε πλευρά όταν πρέπει να χωρέσει μέσα ένα ολόκληρο άλμπουμ και αν θέλεις να ακούσεις μουσική στο αυτοκίνητο, ή όταν πας για τρέξιμο, θα πρέπει να αγοράσεις κασετόφωνο και γουόκμαν (με το δεύτερο να σου φαίνεται αναπόφευκτα τρομερά άβολο, έχοντας συνηθίσει τα smartphones και τα mp3 players). Kαι φυσικά, η μεγαλύτερη πληγή απ’ όλες: To μάσημα της ταινίας. Όσο αξιόπιστο μέσο και να είναι η μαγνητική ταινία για την αποτύπωση ήχου, οι ταινίες στις κασέτες έχουν την τάση να μασιούνται πανεύκολα και να σπάνε από την πολυχρησία, ή να φθείρονται αναπόφευκτα. Αυτό δεν έχει να κάνει σχεδόν καθόλου με το κασετόφωνο ή την ποιότητα της κάθε κασέτας – έτσι είναι οι κασέτες γενικά.


Πώς κατάφερε τότε η κασέτα, με τα τόσα ελαττώματά της, να έρθει και πάλι στα πράγματα; Σίγουρα τα ρομαντικά κίνητρα που αναφέρθηκαν παραπάνω δεν αρκούν. Ο βασικότερος λόγος είναι ξεκάθαρα ο εξής: H κασέτα είναι φτηνή. Από τη μία, είναι φτηνή για τον ακροατή που του είναι πολύ πιο εύκολο να δώσει 4-5 ευρώ για να αγοράσει την κασέτα μιας μπάντας που είδε live και του άρεσε, ή που άκουσε ένα τραγούδι της στο soundcloud, απ’ το να αγοράσει CD ή βινύλιο. Από την άλλη, είναι πολύ πιο οικονομικά πρακτικό για τις δισκογραφικές και τους καλλιτέχνες να κυκλοφορούν τη μουσική τους σε κασέτα, αφού η κοπή βινυλίων ή CD είναι ασύγκριτα ακριβότερη. Επιπλέον, τα εργοστάσια κοπής βινυλίων θέτουν πάντα έναν ελάχιστο αριθμό από κόπιες που μπορείς να παραγγείλεις (μερικές εκατοντάδες) και σε βάζουν σε μεγάλες λίστες αναμονής, κάτι που στην περίπτωση της κασέτας δεν ισχύει καθόλου: O καθένας μπορεί να γράψει εκατοντάδες κασέτες μέσα σε ελάχιστο χρόνο, με φτηνό, «σπιτικό» εξοπλισμό.


Ένας δεύτερος σημαντικός λόγος, είναι οι ευκαιρίες για καλλιτεχνική έκφραση που δίνει το ίδιο το μέσο της μαγνητικής ταινίας. Διάφοροι σύγχρονοι καλλιτέχνες προσπαθούν να μιμηθούν στις παραγωγές τους το μπουκωμένο ήχο μιας κασέτας που έχει παιχτεί πολύ, ενώ στον πειραματικό/ακραίο ήχο υπάρχουν αρκετοί που απολαμβάνουν τη σταδιακή εξέλιξη στη μουσική τους, καθώς η ταινία υφίσταται οργανικές αλλοιώσεις με το πέρασμα του χρόνου και αφήνουν τις παραμορφώσεις και τις τονικές διακυμάνσεις να ενσωματωθούν στα έργα τους. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η επιλογή της κασέτας είναι μέρος της καλλιτεχνικής έκφρασης.
Τέλος, καθώς έχουν αρχίσει να γίνονται αντιληπτοί οι κίνδυνοι της αποθήκευσης δεδομένων αποκλειστικά σε ψηφιακή μορφή ή σε clouds, η κασέτα κερδίζει απροσδόκητους πόντους : H Sony και η ΙΒΜ έχουν φτιάξει υπερ-κασέτες που χωράνε έως 180 Τerrabyte δεδομένων και υπόσχονται να λύσουν τα αποθηκευτικά μας προβλήματα.

 

KAΣΕΤΑ-2 culturecy

 

Σε κάθε περίπτωση, η κασέτα είναι και πάλι εδώ, αλλά σίγουρα δε θα μείνει για πάντα. Ακόμα και οι πιο θερμόαιμοι θιασώτες της, αναγνωρίζουν πως δε γίνεται να φέρει κάποια ρετρο-επανάσταση στον τρόπο που ακούμε μουσική και πως το πιθανότερο είναι σύντομα να πάρει τη θέση της στο παιχνίδι της νοσταλγίας το CD. Στην πραγματικότητα, ελάχιστη σημασία έχει. Σταθερά και για πάντα, αυτό που μετράει πιο πολύ απ’ όλα, είναι η μουσική.

c Monsieur Doumani

 

1. Με την κυκλοφορία του 1ου σας αλμπουμ ξεπεράσατε τα στενά σύνορα της Κύπρου. Ήταν κάτι που το περιμένατε?

Για να είμαστε ειλικρινείς δεν ήταν κάτι που περιμέναμε. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων νοιώθαμε ότι φτιάχναμε κάτι όμορφο αφού υπήρχε πολύ καλή διάθεση και όρεξη για να βγει κάτι καλό. Μετά βλέπαμε και την πολύ θετική αντίδραση του κοινού στην Κύπρο και είχαμε μια κρυφή ελπίδα ότι αυτός ο δίσκος μπορεί να έχει μια θέση στη διεθνή μουσική σκηνή. Οι πολλές θετικές κριτικές από πολλές διαφορετικές χώρες και οι προσκλήσεις για συμμετοχή σε διεθνή φεστιβαλ ήταν όμως και για εμας μια ευχάριστη έκπληξη.

2. Πόσο σας άγχωσε η επιτυχία και πόσο ανέβασε τον πήχη;

Η σωστή διαχείρηση μιας επιτυχίας δεν είναι πάντα εύκολη. Υπάρχει μια δόση άγχους και αγωνίας για το αν η συνέχεια θα είναι εξίσου καλή και ποια θα είναι η αντίδραση του κοινού. Ο δεύτερος δίσκος έχει αρκετές διαφορές από τον πρώτο αφού τα περισσότερατα κομμάτια είναι δικές μας συνθέσεις. Επίσης υπάρχουν αλλαγές στον ήχο της μπάντας. Παρ’όλα αυτά είμαστε και οι 3 αρκετά συνειδητοποιημένοι για το τι κάνουμε και τι αποτέλεσμα θέλουμε να βγάλουμε προς τα έξω. Πιστεύουμε ότι έχουμε φτιάξει ένα ενδιαφέρον δίσκο με πολλά διαφορετικά στοιχεία.


3. Η επιτυχία της δουλειά σας είναι ένας συνδυασμός ποιότητας και απήχησης στο κοινό. Ποια ήταν τα σχόλια του κοινού, θετικά κ αρνητικά κ κατά πόσο επηρρέασαν τα μετέπειτα βήματά σας.

Τα σχόλια του κοινού ήταν και είναι πολύ θετικά. Σίγουρα αυτό μας γεμίζει με αυτοπεποίθηση και ικανοποίηση για αυτό που κάνουμε και για να συνεχίσουμε να δημιουργούμε. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε ακούσει πολλά αρνητικά σχόλια ή κάποια κάθετα αρνητική κριτική. Η οποιαδήποτε επικοδομητική κριτική είναι φυσικά καλοδεχούμενη.

4. Για όποιον ακόμη δεν έχει ακούσει το "Σήκωσες" τι να περιμένει να ακούσει;

4Όπως είπαμε και πιο πάνω ο καινούριος δίσκος είναι αρκετά διαφοροποιημένος από τον πρώτο. Τα περισσότερα κομμάτια είναι δικές μας συνθέσεις επηρασμένα από την κοινωνικοπολιτική κατάσταση στην Κύπρο αλλά επίσης και με επιρροές από μουσικές άλλων περιοχών του πλανήτη όπως της Νότιας Ιταλίας, Σκανδιναβίας, Βαλκανίων και Δυτικής Αφρικής. Ο ήχος της μπάντας έχει εμπλουτιστεί σε αρκετά κομμάτια με κάποια ηλεκτρονικά στοιχεία. Αυτό που θέλαμε να κάνουμε ήταν να προχωρήσουμε ένα βήμα μπροστά και παρά την επιτυχία του πρώτου δίσκου δεν θέλαμε σε καμία περίπτωση να ακολουθήσουμε την ίδια συνταγή.

5. Το καλοκαίρι που πέρασε για σας ήταν γεμάτο μετακινήσεις. Θα λέγαμε ότι οργώσατε την Ευρώπη. Για φέτος τι ετοιμάζεται;

Ναι το περασμένο καλοκαίρι είχαμε την τύχη να συμμετέχουμε σε ορισμένα πολύ σημαντικά φεστιβαλ όπως το WOMAD στη Μεγάλη Βρετανία, το Sommarscen στη Σουηδία και το Telemarkfestivalen στη Νορβηγία. Δημιουργήσαμε φιλίες με πολλούς ανθρώπους και είχαμε την ευκαιρία να δούμε ζωντανά πολύ σημαντικούς καλλιτέχνες. Τώρα για μας προτεραιότητα έχουν οι ζωντανές παρουσιάσεις του δίσκου εδώ στην Κύπρο. Στη συνέχεια έχουμε μια προγραμματισμένη περιοδεία στη Μεγάλη Βρετανία (τέλη Μαίου – αρχές Ιουνίου) όπου θα παρουσιάσουμε το καινούριο μας υλικό σε σημαντικά φεστιβαλς όπως το Songlines Encounters Festival στο Λονδίνο και το Wychwood Festival στο Cheltenham.

 

Monsieur Doumani - Sikoses FRONT COVERccy

 

6. Ποια είναι τα όνειρα και οι προσδοκίες των Monsieur Doumani;

Δεν έχουμε κάποια συγκεκριμένα όνειρα ή μεγάλες φιλοδοξίες. Αυτό που θέλαμε αυτή τη δεδομένη στιγμή είναι να πάει καλά ο δεύτερος μας δίσκος και να δούμε τον κόσμο να τον αγκαλιάζει όπως και τον πρώτο.

7. Πώς βλέπετε τη μουσική σκηνή της Κύπρου; Μπορούν άλλα συγκροτήματα να βγουν εκτός συνόρων. Αν ναι, ποιο είναι το μυστικό;

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε όλο και περισσότερες μπάντες να βγαίνουν στο προσκήνιο καθώς και καλές παραγωγές δίσκων. Υπάρχει επίσης μια διάθεση από ορισμένες από αυτές τις μπάντες να γράφουν και να παρουσιάζουν το δικό τους υλικό που είναι πολύ σημαντικό για τη μουσική σκηνή της Κύπρου. Δεν υπάρχει κάποιο μυστικό για να βγάλεις τη μουσική σου εκτός συνόρων. Αυτό που χρειάζεται είναι φυσικά πολλή δουλειά και πίστη σε αυτό που κάνεις. Επίσης μια διάθεση για πρωτότυπες ιδέες και όχι δοκιμασμένες μουσικές συνταγές.

 

 

http://www.monsieurdoumani.com/

john-lydon-1 culturecy

 

Το παρακάτω κείμενο είναι του Μιχάλη Πούγουνα

 

Πιστεύω ότι ένας από τους πολλούς λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι πρέπει να εκτιμούμε την ζωή, είναι γιατί έχουμε την τύχη να βρισκόμαστε πάνω στον πλανήτη αυτόν την ίδια ώρα που κάποιοι μεγάλοι καλλιτέχνες δημιουργούν και ίσως και να αλλάζουν έστω και λιγάκι τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τα πράγμα οι υπόλοιποι.
Θεωρώ πως ένας από αυτούς είναι και ο John Lydon ή αλλιώς, Johnny Rotten.

 

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70, 2-3 χρόνια μετά την χούντα, ξεκίνησε στο Ελληνικό κρατικό ραδιόφωνο η εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη, Ροκ Κλαμπ και Ποπ Κλαμπ. Την μια μέρα είχε το ένα όνομα, την άλλη το άλλο, ή κάπως έτσι…
Το 1978 ο Πετρίδης μαζί με τον Κώστα Ζουγρή και τον Βάσο Τσιμιδόπουλο κυκλοφόρησαν το πρώτο τεύχος του περιοδικού Ποπ και Ροκ κι έτσι στις 4 το απόγευμα τις καθημερινές άκουγες πολλά από αυτά που διάβαζες στο περιοδικό και αποκτούσες μια σφαιρική άποψη για τα μουσικά δρώμενα στο εξωτερικό.
Κάπου εκεί γύρω, στο 1978, στην τηλεόραση ένα βράδυ, θυμάμαι βγήκε η παρουσιάστρια των ειδήσεων και είπε ότι η νέα μόδα στην Αγγλία λέγεται “Πανκ Ροκ” και μάλιστα είχε και μια μικρή συνεντευξούλα με έναν Έλληνα μοϊκανό απ το Λονδίνο.
Αν και οι Sex Pistols είχαν διαλυθεί ήδη, τα απόνερα από την αναταραχή που προκάλεσαν έφτασαν, έστω και με κάποια καθυστέρηση, μέχρι την Ελλάδα.
Αυτός που με τους στίχους του και χάριν σε μια τυχαία απογευματινή τηλεοπτική εκπομπή στην οποία τα πράγματα πήγαν στραβά (ή και ίσως να πήγαν όπως έπρεπε…) έκανε τους νέους στην Αγγλία και στην συνέχεια πολλούς άλλους στον υπόλοιπο πλανήτη να αμφισβητούν μέσω του punk rock όσα γινόντουσαν γύρω τους, ήταν ο Johnny Rotten των Sex Pistols.
Το “Anger Is An Energy. My Life Uncencored” εκδόθηκε λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2014, και συγκεκριμένα το Οκτώβριο και είναι ουσιαστικά η δεύτερη βιογραφία του John Lydon (η πρώτη του τιτλοφορείται “Rotten: No Irish, No Blacks, No Dogs” και είχε βγεί το 1993).

 

john-lydon-2 culturecy

 

Στις πρώτες σελίδες του “Anger Is An Energy…” οι εκδότες επισημαίνουν ότι το βιβλίο είναι αυτοβιογραφία, γραμμένη κατά λέξη από τον Lydon και γι αυτό “o αναγνώστης θα συναντήσει κάποιες φράσεις με περίεργο συντακτικό και μερικές ανύπαρκτες λέξεις…” όπως το θέλησε ο ίδιος…
Γεννημένος το 1956 στο Βόρειο Λονδίνο, το μεγαλύτερο από τα 4 παιδιά μιας φτωχής Ιρλανδικής οικογένειας, σε ένα σπίτι με δύο δωμάτια και μια κοινή τουαλέτα με τα υπόλοιπα σπίτια, ο Lydon αφηγείται την ζωή του σαν να βρίσκεται μπροστά σου.
Χρησιμοποιώντας επιφωνήματα, γέλια ή εκφράσεις θυμού μεταδίδει τα συναισθήματά του στον αναγνώστη άμεσα και ακέραια.
Στα επτά του προσβλήθηκε από μηνιγγίτιδα και έπαθε αμνησία. Για την θεραπεία της οποίας μάλιστα οι νοσοκόμες ακολούθησαν μια πολύ επίπονη τακτική, διοχετεύοντάς του υγρό στην σπονδυλική στήλη με χειρουργικές βελόνες και αυτό ήταν ο λόγος μιας μόνιμης παραμόρφωσης της σπονδυλικής του στήλης.
Σε αυτή την εποχή, όπως ομολογεί ο ίδιος, οφείλεται και ο τίτλος του βιβλίου “Anger Is An Energy…” Χωρίς να γνωρίζει ποιοι είναι οι γονείς του, λόγω της αμνησίας, θα έπρεπε να εμπιστευθεί αυτούς τους δυο “άγνωστους” ανθρώπους που του έλεγαν ότι είναι η μητέρα του και ο πατέρας του κι αυτό τον εξόργισε τόσο πολύ που σταδιακά άρχισε και πάλι να θυμάται.
Τα μέρη στα οποία ο ίδιος έπαιζε με τα παιδιά της γειτονιάς του αποπνέουν μια ατμόσφαιρα που θυμίζει Ντίκενς:
Άδεια εργοστάσια, ετοιμόρροπα κτήρια και μεγάλες λακκούβες από τους βομβαρδισμούς του Β ΠΠ, συμμορίες από πιτσιρίκια που παραμονεύουν να κλέψουν κάτι από κάποιο φορτηγό την ώρα της φόρτωσης ή της εκφόρτωσης, καθώς και η ανοχή των αστυνομικών της περιοχής.
Ετσι μπαίνουν οι πρώτες βάσεις για την περσόνα που θα δημιουργήσει αργότερα, και που θα γίνει ο νούμερο ένα δημόσιος κίνδυνος, ο Johnny Rotten.
Η ποδοσφαιρική ομάδα Arsenal και η μουσική παίζουν επίσης μεγάλο ρόλο στην εφηβεία του και κάπου εκει είναι που γνωρίζεται με τον John Simon Ritchie ή αν θέλετε Sid Vicious.
Ένα παιδί του οποίου, όπως περιγράφει ο Lydon, η μητέρα ήταν χρήστης ναρκωτικών και η οποία δεν επέτρεπε στους φίλους του γιού της να τρώνε από το φαί του γιατι η ίδια το πασπάλιζε με ηρωίνη.
Ο Lydon περιγράφει την χαρούμενη και ανέμελη προσωπικότητα του φίλου του, ένα παιδί που ενδιαφερόταν για την μόδα αλλά που φυσικά δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να την ακολουθήσει.

 

john-lydon-3 culturecy

 

Ενδιαφέρουσα είναι ακόμα και η άποψη του για την δολοφονία της φίλης του Sid, μετά από μερικά χρόνια, Νancy Spungen.
Από την στιγμή που οι δυό τους αρχίζουν να συχνάζουν στο κατάστημα ρούχων “Sex” του Malcolm Mclaren και της Vivienne Westwood στο Chelsea, για να παρατηρεί από κοντά την μόδα ο Sid, τα πράγματα αλλάζουν.
Μιας και ανέφερα τον Mclaren, να πω εδώ κάτι με χιουμοριστική διάθεση: Υπάρχουν φορές στο βιβλίο που χάρηκα που δεν γνωρίζω προσωπικά και δεν εχω κάνει κάτι κακό στον Lydon. Γιατί όταν αρπάξει το φτυάρι για να “θάψει” κάποιον, τα δίνει όλα…
Από το μικρό αγόρι λοιπόν, που τρέχει να αδειάσει στην τουαλέτα τον κουβά με το ασχημάτιστο ακόμα μωρό που μόλις απέβαλε η μητέρα του, μέχρι το σπίτι του στο Malibu υπάρχει μια τεράστια πορεία.
Στην ζωή του υπήρξαν πάρα πολλοί εχθροί, λίγοι καλοί φίλοι, μια γυναίκα, η Nora με την οποία είναι μαζί από την δεκαετία του ’70. Ένας άνθρωπος που είχε μεγάλη αγάπη για την μητέρα τον πατέρα και τα αδέρφια του, που υπήρξε παρουσιαστής τηλεοπτικών ντοκυμαντέρ, διαμορφωτής συνειδήσεων, πανέξυπνος (δεν θα γινόταν τίποτα εάν δεν ήταν…) σε αυτό το βιβλίο περιγράφονται τα σχεδόν 60 του χρόνια όπως ο ίδιος θα ήθελε να περιγραφούν.
Δεν ξέρω αν κάποιος μπορεί να ζηλέψει την ζωή του γιατί όπως όλων μας, έχει κι εκείνου τα πάνω και τα κάτω της αλλά όταν έχει τα κάτω της είναι πολύ κοντά στα όρια της συντριβής…
Ωστόσο, είναι ειλικρινής και σκεφτείτε ότι είναι ένας άνθρωπος που με τους Sex Pistols έκανε ένα μόνο άλμπουμ στα 19 του και άλλαξε όλη την δική του ζωή αλλά και πολλών άλλων από εμάς ενώ ύστερα βρέθηκε με τους Public Image LTD να “ψάχνεται” με την μουσική ακόμα μέχρι και σήμερα.
Είναι ακόμα ένας άνθρωπος που οι Ιρλανδοί τον απέρριψαν γιατί μιλούσε σαν Άγγλος ενώ στην Αγγλία είχε χαρακτηριστεί “δημόσιος κίνδυνος”.
Ένας άνθρωπος που κάποιοι τον είδαν σαν την χήνα με τα χρυσά αυγά και κάποιοι σαν τον Αντίχριστο.
Για όσους δεν είχαν την τύχη να βρεθούν σε κάποια συναυλία του, θα ήθελα να τους πληροφορήσω ότι την ενέργεια αυτού του ανθρώπου την αισθάνεσαι να απλώνεται από την σκηνή.
Δεν μπορώ να πω αν αυτό οφείλεται σε οργή που μπορεί να έχει μέσα του.
Γι αυτό, ισως θα πρέπει να διαβάσει κανείς το βιβλίο και να καταλάβει…
Γιατί ο John Lydon υπήρξε μια από τις πιο επιδραστικές μορφές του 20ου αιώνα…

 

 mike-pougounas culturecy Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε σκηνοθεσία κιν/φου. Εχει παίξει με τα συγκροτήματα Flowers of Romance και Nexus ενώ σήμερα συνεχίζει με τους New Zero God, εχοντας στο ενεργητικό του πανω από 50 κυκλοφορίες. Εχει συνεργαστεί δισκογραφικά με τον Wayne Hussey, εχει ανοίξει συναυλίες των Mission, Sisters of Mercy, Christian Death και Legendary Pink Dots. Από το 1999 ως το 2005 ειχε την δική του ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία, έχει εμφανιστεί σε μια Αγγλική ταινία και σε κάμποσα Ελληνικά μουσικά ντοκυμαντέρ. Εχει κερδίσει βραβείο σκηνοθεσίας για την ταινια του “Vlad ο Δαίμων” στο Διεθνές Φεστιβάλ Πατρών τo 2008 και κάθε Σάββατο βράδυ εχει ραδιοφωνική εκπομπή στον KOWS 107.3 FM στην Καλιφόρνια η οποία μεταδίδεται και από τον Αγγλικό ιντερνετικό σταθμό Wicked Spins Radio κάθε Πέμπτη βράδυ.  

1.entgkar-froouze culturecy

 

Ο Γερμανός μουσικός Έντγκαρ Φρόουζε, το συγκρότημα του οποίου με την επωνυμία «Tangerine Dream» δημιούργησε τη δεκαετία του '70 το φουτουριστικό ήχο που θα σηματοδοτούσε όλες τις μετέπειτα γενιές των καλλιτεχνών της ηλεκτρονικής μουσικής, πέθανε σε ηλικία 70 ετών. Όπως έγινε γνωστό, ο θάνατός του προήλθε από πνευμονική εμβολή.

 

 

«Μια ημέρα ο Έντγκαρ είπε: Δεν υπάρχει θάνατος, υπάρχει απλώς μια αλλαγή της κοσμικής μας διεύθυνσης. Αυτό μας παρηγορεί λίγο», ανέφερε η ανακοίνωση που εξέδωσαν τα μέλη του συγκροτήματος που ίδρυσε ο Φρόουζε. Ο Γερμανός καλλιτέχνης είχε συγκλονίσει τον κόσμο της μουσικής στις αρχές του 1970 με τη χρήση συνθεσάιζερ για να δημιουργήσει μια μινιμαλιστική ατμόσφαιρα έκστασης.

 

2.entgkar-froouze culturecy

 

Ο γεννημένος στις 6 Ιουνίου του 1944 στη σημερινή ρωσική πόλη Σόβετσκ μουσικός, σπούδασε στο δυτικό Βερολίνο, αλλά η ζωή του άλλαξε ριζικά όταν κλήθηκε να παίξει στην Ισπανία, στη βίλα του ζωγράφου Σαλβαδόρ Νταλί το 1967. Αυτό τον οδήγησε να μεταφέρει ένα είδος σουρεαλισμού στη μουσική του. Σε μια συνέντευξή του χρόνια αργότερα, ο Φρόουζε εκμυστηρεύτηκε κάτι που του είχε πει ο Νταλί: «Σχεδόν όλα είναι πιθανά στην τέχνη αρκεί να πιστεύουμε ακράδαντα σε αυτό που κάνουμε».

 

3.entgkar-froouze culturecy

 

Ο Φρόουζε στη συνέχεια συνδέθηκε με αρκετούς μουσικούς στο Βερολίνο για να σχηματίσουν τους «Tangerine Dream», ένα γκρουπ που απογειώθηκε προσελκύοντας την προσοχή του Βρετανού ραδιοφωνικού παραγωγού Τζον Πιλ, ο οποίος ήταν μια πολύ σημαντική φιγούρα της μουσικής βιομηχανίας. Το 1974 δημιούργησε το άλμπουμ «Φαίδρα» το οποίο αποτέλεσε την «ναυαρχίδα» της ηλεκτρονικής ψυχεδελικής μουσικής

 

 

 πηγή: http://www.naftemporiki.gr/

More...

No sub-categories to show!
Template Settings

Color

For each color, the params below will give default values
Tomato Green Blue Cyan Pink Purple

Body

Background Color
Text Color

Footer

Select menu
Google Font
Body Font-size
Body Font-family
Direction