Λογοτεχνία

Λογοτεχνία (31)

eros-fb

 

Ο έρωτας ανέκαθεν αποτελεί κύριο συστατικό της ανθρώπινης ζωής. Στην Γαλλία του 18ου και 19ου αιώνα, η ερωτική λογοτεχνία ακμάζει και βρίσκει εκφραστές προσωπικότητες που με τα συγγράμματά τους – τα οποία ποτέ δεν έπαψαν να μας συναρπάζουν – δημιούργησαν μια ολόκληρη σχολή

του Γιάννη Αντωνιάδη για το www.culturenow.gr

 

Τι είναι ερωτική λογοτεχνία;

Λογοτεχνία είναι το είδος εκείνο που ασχολείται με την ψυχή και την καρδιά του ανθρώπου, τις συναισθηματικές εξάρσεις του, τις ερωτικές περιπτύξεις του, είναι το μυθιστόρημα που αναλύει και προσεγγίζει τους χαρακτήρες των ανθρώπων που συμμετέχουν στις ιστορίες και πάλλονται συθέμελα από τις επιθυμίες τους, τις οποίες λαχταρούν να εκφράσουν και να ξεστομίσουν. Περιγράφει η ερωτική λογοτεχνία τις ηθικές και ανήθικες συμπεριφορές των προσώπων, τους εγωισμούς τους, τους ανεκπλήρωτους έρωτες, τους αποτυχημένους έρωτες και τις συνέπειές αυτών.

Η ερωτική λογοτεχνία είναι όμως αυτή που μας μιλάει ανοιχτά για τα κοινωνικά ήθη και τις παλινωδίες που ταράζουν την κοινωνία. Τα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα, οι ιστορικές ανατροπές και οι εξελίξεις, οι πολλές φορές απρόβλεπτες, οδηγούν την κοινωνία, τους ανθρώπους της δηλαδή, να νιώσουν την ελευθερία της ερωτικής περιπέτειας και να εκτονωθούν μέσω ενός φτερωτού Θεού που ποτέ δεν παύει να χειραγωγεί τους ανθρώπους και να εξαπολύει τα βέλη του. Ο άνθρωπος εκτός από πολιτικό ζώο όπως έλεγε ο Αριστοτέλης είναι και ένα ερωτικό ον από την γέννησή του μέχρι και τον θάνατό του και αυτό η ερωτική λογοτεχνία, το αναδεικνύει περίτρανα.

Ο έρωτας είναι η ίδια η ζωή. Οι πόθοι και τα πάθη αναλύονται από τους συγγραφείς και αναδεικνύουν την αδύναμη φύση των ανθρώπων που προσπαθούν να χαλιναγωγήσουν τις ορέξεις τους για έρωτα, να αντισταθούν στην απιστία και να εκφράσουν τα θέλω τους ή τα όχι τους.

Γιατί η Γαλλία σημείο αναφοράς;

Το 1789 είναι χρονιά ορόσημο για την Γαλλία, εκείνη την χρονιά πραγματοποιείται η πολυπόθητη Γαλλική Επανάσταση, η οποία είχε προετοιμαστεί χρόνια πριν από τους Γάλλους πολίτες. Εκείνη η χρονιά λοιπόν και τα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα καταστούν πεδίο κοινωνικών και πολιτικών ζυμώσεων με απανωτές επαναστάσεις και διαδηλώσεις, φυλακίσεις βασιλικών, εκδηλώσεις ενθουσιασμού για τη νέα εποχή που ανοίγεται μπροστά. Πολλές φορές όμως αυτή η ξέφρενη γιορτή ανεξαρτησίας και αποτίναξης του ζυγού θα οδηγήσουν σε συνεχόμενες καταχρήσεις αυτής της κατακτημένης ελευθερίας, απόρροια ίσως της πίεσης αιώνων.

Η ερωτική λογοτεχνία διαμορφώνεται εκείνη την εποχή από συγγραφείς, οι οποίοι διαδραμάτισαν ρόλο στην επανάσταση, συμμετείχαν στον αναβρασμό ή μεγάλωσαν με σε ένα περιβάλλον κοινωνικό ποτισμένο από τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο Παρίσι. Γιατί το Παρίσι είναι το κέντρο των εξελίξεων για την εποχή εκείνη, ο ομφαλός των καλλιτεχνικών διεργασιών όπως κάποτε υπήρξε η Αρχαία Ελλάδα για τον κόσμο. Εκεί θα συγκεντρωθούν διαφορετικές δυνάμεις από διάφορους χώρους, ανάμεσα σε αυτούς ζωγράφοι, συγγραφείς, ποιητές, οι οποίοι εγείρουν ερωτήματα μέσω των έργων τους και επιθυμούν να βρουν απαντήσεις για όλα αυτά που τους απασχολούν.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως για την Γαλλία και πιο συγκεκριμένα για το Παρίσι από τώρα και στο εξής, ξεκινάει μία νέα περίοδος άνθισης των γραμμάτων, της φιλοσοφίας και γενικότερα των επιστημών αλλά ειδικότερα των κοινωνικών επιστημών και των τεχνών. Η Γαλλία θα αποτελέσει κομβικό σημείο παραγωγής διανόησης και λίκνο πολιτισμού που θα διαμορφώσει ρεύματα καλλιτεχνικά, όπως ο ρομαντισμός, ο συμβολισμός, ο ιμπρεσιονισμός, ο νατουραλισμός. Η διανόηση της εποχής θα πατήσει πάνω στον διαφωτισμό που εδραιώνεται με την συμμετοχή των Ρουσσώ, Ντ’ Αλαμπέρ και Ντιντερό και θα σπείρει το μικρόβιο της δημιουργίας καθώς θα καταστεί κέντρο υποδοχής διανοουμένων από διάφορες χώρες, οι οποίοι με πνεύμα ελευθερίας λόγου θα παραγάγουν έργο αξιομνημόνευτο. Σε αυτό το πλαίσιο το φαινόμενο η ερωτική λογοτεχνία αναπτύσσεται ως αντιστάθμισμα και πρωταγωνιστής των κυρίαρχων εξελίξεων.

Ποιοι οι κύριοι εκπρόσωποι της ερωτικής λογοτεχνίας;

18ος αιώνας: Μαρκήσιος Ντε Σαντ, Βιβάν Ντενόν, Σοντερλό ντε λα Κλο, Ντενί Ντιντερό, Τζιάκομο Καζανόβα, Κλοντ Προσπέρ ντε Κρεμπιγιόν, Αββάς Πρεβώ.

19ος αιώνας: Εμίλ Ζολά, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Γκυστάβ Φλωμπέρ, Αλέξανδρος Δουμάς υιός, Ζεράρ ντε Νερβάλ, Γκυ ντε Μωπασσάν, Σταντάλ.

Η εξέλιξη στον 20ο αιώνα και η επίδραση στο σήμερα

Η ερωτική λογοτεχνία αυτών των δύο αιώνων θα αποτελέσει, χωρίς αμφιβολία, την βάση για έργα που στον 20ο αιώνα θα γίνουν σημείο αναφοράς καθώς οι συγγραφείς τους θα αντλήσουν τα θέματά τους από συγγραφείς όπως ο Μπαλζάκ, ο Φλωμπέρ και πάνω εκεί θα πατήσουν για να στήσουν την δική τους ματιά ως προς το ερωτικό μυθιστόρημα. Ειδικά οι Γάλλοι λογοτέχνες, του διαμετρήματος των Μωπασάν και Ντε Σαντ θα γίνουν πεδίο ανάλυσης και γύρω τους θα διαμορφωθεί ένα στοχαστικό πλέγμα τόσο για το ερωτικό περιεχόμενο αυτό καθαυτό όσο και τα δεδομένα της εποχή στην οποία γράφτηκαν.

Η Λολίτα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ο Εραστής της Λαίδης Τσάτερλι του Ντ. Λώρενς, το μυθιστόρημα Όμορφοι και Καταραμένοι καθώς τα υπόλοιπα του Φιτζέραλντ, η κυρία Ντάλαγουέι της Βιρτζίνια Γουλφ, η Άννα Καρένινα του Τολστόι, ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, οι Έντεκα χιλιάδες βέργες ή ακόμα και το δικό μας Μέγας Ανατολικός του Ανδρέα Εμπειρίκου, είναι βιβλία που έχουν γίνει πλέον διαχρονικά και συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τους συγγραφείς που προαναφέρθηκαν μέσα από έναν ανοιχτό διάλογο που ποτέ δεν σταματά.

Για να έρθουμε στο σήμερα και την βαριά βιομηχανία της παραγωγής που είναι η ερωτική λογοτεχνία, οφείλουμε με πάσα βεβαιότητα να παραδεχτούμε πως η λογοτεχνία του σήμερα οφείλει πάρα πολλά στους πρωτομάστορες του είδους που έφεραν το ερωτικό μυθιστόρημα στο προσκήνιο προσφέροντας στον αναγνώστη διέξοδο σε αγωνίες του και παράλληλα ψυχαγωγία με την αρχέγονη σημασία του όρου. Γιατί η ερωτική λογοτεχνία του τότε εκτός από την ίδια την ερωτική περιπέτεια και την περιγραφή της ήταν πλούσια σε φιλοσοφικές αναζητήσεις, σε αναφορές στο αστικό περιβάλλον και την πόλη, επικοινωνούσε με τις όμορες τέχνες, όπως η ζωγραφική. Τέλος, επιχειρούσε μονίμως να ερεθίζει το μυαλό του αναγνώστη και να του προκαλεί προβληματισμούς και ερωτήσεις για το είναι του, την θέση του στην κοινωνία και τον ρόλο του στην καθημερινότητα. Και βέβαια η γλώσσα είναι τόσο εύπλαστη, τόσο ωραία δοσμένη και τόσο γλαφυρή που τα κείμενα αυτά ξαναγίνονται ταινίες, θεατρικά έργα και αντικείμενο ανάλυσης από ειδικούς και μη.

Πέντε βιβλία που υμνούν τον έρωτα

Παρακάτω ακολουθούν πέντε βιβλία που αξίζει να διαβάσετε για να πάρετε ένα άρωμα από την λογοτεχνία αυτή που άφησε το στίγμα της και είναι ζωντανή σήμερα όσο ποτέ.

– Amour. Ερωτική ανθολογία, Εκδόσεις Αιώρα

Ο έρωτας βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της εξαιρετικά δουλεμένης ανθολογίας όπου παρουσιάζονται συνοπτικά αλλά με αντιπροσωπευτικότητα κείμενα από τους κυριότερους εκπροσώπους της γαλλικής λογοτεχνίας. Θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει με όρους αθλητικούς για τα γραπτά μιας αξιοζήλευτης Εθνικής ομάδας, μιας dream team που με τον λόγο της έγραψε ιστορία και άφησε πίσω ένα έργο θαυμαστό. Αυτή η ομάδα είναι πραγματικά η crème de la crème της γαλλικής ιστορίας της λογοτεχνίας και εμείς όλοι απολαμβάνουμε ένα πλούσιο αφιέρωμα με αποσπάσματα από κείμενα συγγραφέων όπως ο Ζολά, ο Σταντάλ, ο Μπαλζάκ και άλλοι εξίσου σημαντικοί.

– Vivant Denon, Χωρίς επαύριον, Εκδόσεις Άγρα

Ο Vivant Denon ήταν από τους ιδρυτές του Λούβρου και μία από τις πτέρυγες του Λούβρου στο Παρίσι έχει πάρει το όνομα του. Είναι αυτός που οργάνωσε τις πρώτες συλλογές του Μουσείου που όλοι εμείς γνωρίζουμε, το Μουσείο Βοναπάρτη όπως ονομαζόταν τότε. Αυτό που ομολογουμένως δεν είναι γνωστή η πλούσια δραστηριότητα του στα πολιτιστικά όντας και στην αυλή του Λουδοβίκου του ΙΕ’ ως πολιτιστικός ακόλουθος αλλά κυρίως η εξαιρετική συγγραφική του δεινότητα και ο χειμαρρώδης λόγος του όταν πρόκειται για περιγραφές και ανάλυση περίπλοκων χαρακτήρων καθώς και κυμαινόμενων συναισθημάτων, η αρρυθμία των οποίων προσδίδει στο κείμενο έναν καταιγιστικό παλμό.

– Αλέξανδρος Δουμάς, Η κυρία με τις καμέλιες, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Ο Αλέξανδρος Δουμάς δεν επινόησε αυτή την ιστορία, την άκουσε από έναν επιστήθιο φίλο του και την κατέγραψε ή μάλλον την αφηγήθηκε με την αλήθεια που της άξιζε. Η ζωή περνάει μπροστά μας μέσα από ένα βιβλίο που δεν κρύβει πάθη και αδυναμίες, λύπες και χαρές, αγωνίες και εξάρσεις. Ο Δουμάς, ως σκηνοθέτης έπλασε το 1848 έναν ιστό αφηγηματικό που δύσκολα μπορεί να ξαναυφανθεί και αυτό γιατί η εποχή του Δουμά είχε μία ρομαντικότητα που χάθηκε ανεπιστρεπτί από την ολομέτωπη επίθεση της τεχνολογίας και των μέσων δικτύωσης. Το παραμύθι ξεθώριασε και η ομορφιά και η ανυπομονησία της αλληλογραφίας δόθηκε στην πυρά. Η Μαργαρίτα Γκωτιέ, το κορίτσι που πρωταγωνιστεί στο κείμενο αυτό, είναι μία αγία αμαρτωλή και μία Μαρία Μαγδαληνή του Παρισιού και των περιχώρων που τόλμησε να δοκιμάσει το όνειρο της μετάνοιας, την άδολη αγάπη και την ειλικρινή συναισθηματική αφοσίωση σε έναν άντρα όπως ο Αρμάνδος Ντυβάλ ενώ βρισκόταν στον βούρκο μίας έκλυτης ζωής ανάμεσα σε εραστές και όργια δίχως όρια και φραγμούς.

– Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Η βεντέτα, Εκδόσεις Ροές

Δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Μπαλζάκ αποκαλείται ο πατέρας του μυθιστορήματος, δίκαιο πέρα για πέρα. Αυτός ο στρουμπουλός και ευτραφής κύριος με το ηγεμονικό ανάστημα και την ατημέλητη εμφάνιση θυμίζει περισσότερο περιπλανώμενο των δρόμων παρά συγγραφέα παγκόσμιου βεληνεκούς. Ο Μπαλζάκ τραβάει σε αυτήν την νουβέλα, γραμμένη γύρω στα 1830, την κουρτίνα των ηθών της εποχής του και μας δίνει μία γεύση των ανθρώπινων αδυναμιών που πάντα δυσκολεύουν τις σχέσεις και οδηγούν σε αδιέξοδα και επώδυνες καταστάσεις. Μία ιστορία αντιδικίας και βεντέτας μεταξύ δύο οικογενειών της Κορσικής βυθίζει στο μίσος και την σύγκρουση τα μέλη των οικογενειών σε μία σύρραξη που θα έχει δραματικό αντίκτυπο στην ζωή της κόρης του Μπαρτολομέο Πίομπο. Η ιστορία αυτή δεν είναι παρά το αποκύημα, το αποτέλεσμα και ο καθρέφτης μίας πολιτικής συγκυρίας που μετά την Παλινόρθωση των Βουρβόνων και την έξωση του Ναπολέοντα, εκεί στα 1815 καθίσταται άκρως τεταμένη και ασταθής.

– Εμίλ Ζολά, Νανά, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Ο Εμίλ Ζολά εκδίδει την Νανά το 1880 εν μέσω φόβων για έναν γαλλοπρωσικό πόλεμο που βρίσκεται προ των πυλών αλλά και αναταραχών για μία γαλλική κοινωνία σε έκρυθμη κατάσταση παρά την φαινομενική της ηρεμία. Μία κοινωνία η οποία άλλωστε δείχνει να ζυμώνεται και να πλάθεται μέσα από τα γεγονότα που όλο τρέχουν. Την ίδια περίοδο το γαλλικό κίνημα του ιμπρεσιονισμού έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη και έχει προκαλέσει σκάνδαλο ακριβώς όπως και η Νανά με τους ζωγράφους να βγαίνουν έξω από τα εργαστήριά τους για να απαθανατίσουν στιγμές των ανθρώπων σε καθημερινές και απλές δραστηριότητές τους, τα λεγόμενα instantané. Δεν μπορεί κανείς να λησμονήσει εξάλλου την φιλία του συγγραφέα με μεγάλους ζωγράφους της εποχής όπως τον Μανέ ή τον Τουλούζ Λωτρέκ, από τους οποίους θα αντλήσει και πολλά στοιχεία και θα συζητήσει πρόσωπα και πράγματα.

″Διαβάζω για να ζω.″

Φλωμπέρ

″Όλα φτάνουν στην ώρα τους για εκείνους που ξέρουν να περιμένουν.″

Ονορέ ντε Μπαλζάκ

″Τα λόγια της αγάπης, που είναι τα ίδια πάντα, παίρνουν την γεύση των χειλιών απ’ όπου βγαίνουν.″

Γκυ ντε Μωπασσάν

 

 

955514 Umberto-Eco-009 1

 

Ένα σημαντικό κέιμενο του Ιταλού φιλόσοφου για της απαρχές του πρωτοφασισμού που δημοσιεύθηκε στο New York Review of Books το 1995

Παράτην ασάφεια αυτή, νομίζω πως μπορούμε να σκιαγραφήσουμε έναν κατάλογο χαρακτηριστικών τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά αυτού που ονομάζω «πρωτοφασισμό», ή «αρχέγονο φασισμό». Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να οργανωθούν σε ένα ενιαίο σύστημα· πολλά απ’ αυτά αλληλοαναιρούνται, και είναι επίσης αντιπροσωπευτικά και άλλων μορφών δεσποτισμού ή φανατισμού. Η παρουσία ενός και μόνο απ’ αυτά, όμως, αρκεί για να επιτρέψει στο φασισμό να συμπτυχθεί γύρω του.

1. Το πρώτο χαρακτηριστικό του πρωτοφασισμού είναι η λατρεία της παράδοσης. Η παραδοσιαρχία, βέβαια, είναι πολύ παλαιότερη από τον φασισμό. Δεν χαρακτήριζε μόνο την αντιεπαναστατική σκέψη των Καθολικών μετά τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά γεννήθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους, ως αντίδραση στον κλασικό ελληνικό ορθολογισμό. Στη λεκάνη της Μεσογείου, λαοί διαφόρων θρησκειών (που οι περισσότερες απ’ αυτές είχαν γίνει δεκτές στο ρωμαϊκό πάνθεο) άρχισαν να ονειρεύονται κάποια αποκάλυψη που είχε συμβεί στην αυγή της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτή η αποκάλυψη, σύμφωνα με τη μυστηριακή αίγλη που καλλιεργούσε η παραδοσιαρχία, είχε παραμείνει για πολύ καιρό κρυμμένη κάτω από το πέπλο γλωσσών που ήταν πια ξεχασμένες — στα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, στους κέλτικους ρούνους, στους παπύρους των σχεδόν άγνωστων θρησκειών της Ασίας. Αυτή η νέα κουλτούρα έπρεπε να είναι συγκρητιστική. Ο συγκρητισμός δεν είναι απλά, όπως λένε τα λεξικά, «ο συνδυασμός διαφόρων μορφών πίστης και λατρευτικής πρακτικής»· ένας τέτοιος συνδυασμός πρέπει να ανέχεται τις αντιφάσεις. Καθένα από τα αρχικά μηνύματα περιέχει ψήγματα σοφίας, και όποτε έμοιαζαν να λένε διαφορετικά ή ασύμβατα πράγματα αυτό συνέβαινε μόνο και μόνο γιατί όλα παραπέμπουν, με αλληγορικό τρόπο, στην ίδια αρχέγονη αλήθεια.

Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει καμία πρόοδος στη γνώση. Η αλήθεια έχει ήδη καταγραφεί μια για πάντα, κι εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συνεχίζουμε να ερμηνεύουμε το δυσνόητο μήνυμά της.

Αν κοιτάξει κανείς τις βιβλιοθήκες διαφόρων φασιστικών καθεστώτων, θα βρει όλους τους μείζονες διανοητές της παραδοσιαρχίας. Η ναζιστική εσωτερική γνώση τρεφόταν με παραδοσιαρχικά, συγκρητιστικά και μυστικιστικά στοιχεία. Η πηγή που επηρέασε περισσότερο τις θεωρίες της νέας ιταλικής δεξιάς, ο Ιούλιος Έβολα, συνδύαζε το Άγιο Δισκοπότηρο με τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, και την αλχημεία με την Αγία Ρωμαϊκή και Γερμανική Αυτοκρατορία. Και μόνο το γεγονός ότι η ιταλική δεξιά, για να δείξει πόσο ανοιχτό μυαλό διαθέτει, διεύρυνε αυτό τον κατάλογο ώστε να συμπεριλάβει και έργα του Ντε Μαιτρ, του Γκενόν και του Γκράμσι, αποτελεί ολοφάνερη απόδειξη συγκρητισμού.

Αν κοιτάξετε τα ράφια που, στα αμερικάνικα βιβλιοπωλεία, φέρουν την επιγραφή «Νέα Εποχή», θα βρείτε εκεί μέχρι και Άγιο Αυγουστίνο, ο οποίος, απ’ ό,τι γνωρίζω, δεν ήταν φασίστας. Αλλά το να συνδυάζεις τον Άγιο Αυγουστίνο με το Στόουνχεντζ — αυτό είναι σύμπτωμα πρωτοφασισμού.

2. Η παραδοσιαρχία συνεπάγεται την απόρριψη του μοντερνισμού. Και οι φασίστες και οι εθνικοσοσιαλιστές κυριολεκτικά λάτρευαν την τεχνολογία, ενώ οι διανοητές της παραδοσιαρχίας συνήθως την απορρίπτουν ως αντίθετη προς τις παραδοσιακές πνευματικές αξίες. Όμως, παρόλο που ο ναζισμός υπερηφανευόταν για τα βιομηχανικά του επιτεύγματα, ο εγκωμιασμός του μοντερνισμού δεν ήταν παρά η επιφάνεια μιας ιδεολογίας βασισμένης στην ιδέα Αίμα και Γη (Blut und Boden). Η απόρριψη του σύγχρονου κόσμου ήταν μεταμφιεσμένη σαν αντίκρουση του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, αλλά αφορούσε κυρίως στην απόρριψη του Πνεύματος του 1789 (και του 1776, φυσικά). Ο Διαφωτισμός, η Εποχή του Ορθολογισμού, γίνεται αντιληπτή ως απαρχή της σύγχρονης αχρειότητας. Κατ’ αυτή την έννοια, ο πρωτοφασισμός μπορεί να οριστεί ως ανορθολογισμός.

3. Ο ανορθολογισμός βασίζεται επίσης στη λατρεία της δράσης για τη δράση. Επειδή η δράση είναι από μόνη της όμορφη, πρέπει να αναλαμβάνεται πριν, ή χωρίς, οποιαδήποτε σκέψη. Η σκέψη είναι μια μορφή αποδυνάμωσης. Επομένως, η κουλτούρα είναι ύποπτη, στο βαθμό που ταυτίζεται με την κριτική στάση. Η καχυποψία απέναντι στον κόσμο της διανόησης αποτελούσε πάντοτε σύμπτωμα του πρωτοφασισμού, από την υποτιθέμενη ρήση του Γκέμπελς («όταν ακούω να μιλάνε για κουλτούρα αρπάζω το όπλο μου») μέχρι τη συχνή χρήση εκφράσεων όπως «εκφυλισμένοι διανοούμενοι», «κουλτουριάρηδες», «παρηκμασμένοι σνομπ», «τα πανεπιστήμια είναι φωλιές κομμουνιστών». Οι επίσημοι φασίστες διανοούμενοι ασχολούνταν κυρίως με το να επιτίθενται στον σύγχρονο πολιτισμό και την αριστερή διανόηση, που έχουν προδώσει τις παραδοσιακές αξίες.

4. Καμιά συγκρητιστική πίστη δεν αντέχει στην αναλυτική κριτική. Το κριτικό πνεύμα κάνει διακρίσεις μεταξύ των εννοιών, και αυτές οι διακρίσεις αποτελούν σημάδι μοντερνισμού. Στον σύγχρονο πολιτισμό, η επιστημονική κοινότητα επαινεί τη διαφωνία ως μέθοδο βελτίωσης της γνώσης. Για τον πρωτοφασισμό, η διαφωνία είναι προδοσία.

5. Εξάλλου, η διαφωνία αποτελεί σημάδι ποικιλομορφίας. Ο πρωτοφασισμός καλλιεργεί και αναζητεί τη συναίνεση με το να οξύνει και να εκμεταλλεύεται το φυσικό φόβο του διαφορετικού. Η πρώτη έκκληση ενός φασιστικού ή πρώιμου φασιστικού κινήματος είναι η έκκληση ενάντια στους παρείσακτους. Επομένως, ο πρωτοφασισμός είναι εξ ορισμού ρατσιστικός. 6. Ο πρωτοφασισμός πηγάζει από την ατομική ή κοινωνική απογοήτευση. Αυτός είναι και ο λόγος που ένα από τα πιο τυπικά χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων του παρελθόντος ήταν η επίκληση προς μια απογοητευμένη μεσαία τάξη που μαστιζόταν από μια οικονομική κρίση ή ένιωθε πολιτικά εξευτελισμένη και φοβισμένη από την πίεση που ασκούσαν οι χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις. Στην εποχή μας, που οι παλιοί «προλετάριοι» είναι πλέον μικροαστοί (και τα λούμπεν στοιχεία είναι κατά κανόνα αποκλεισμένα από την πολιτική σκηνή), ο φασισμός του αύριο θα βρει το ακροατήριό του σ’ αυτή τη νέα πλειοψηφία.

7. Στους ανθρώπους που νιώθουν πως δεν έχουν πλέον ξεκάθαρη κοινωνική ταυτότητα, ο πρωτοφασισμός λέει πως το μοναδικό τους προνόμιο είναι το πιο κοινό, ότι έχουν γεννηθεί στην ίδια χώρα. Αυτή είναι και η απαρχή του εθνικισμού. Άλλωστε, το μοναδικό πράγμα που μπορεί να δώσει ταυτότητα στο έθνος είναι οι εχθροί του. Έτσι, στη ρίζα της πρωτοφασιστικής ψυχολογίας υπάρχει μια εμμονή με τις συνωμοσίες, ιδιαίτερα τις διεθνείς. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν πολιορκημένοι. Ο πιο εύκολος τρόπος να πολεμήσεις μια συνωμοσία είναι η επίκληση στην ξενοφοβία. Αλλά η συνωμοσία πρέπει να έχει και εσωτερικούς μοχλούς: οι Εβραίοι είναι συνήθως ο καλύτερος στόχος, γιατί έχουν το πλεονέκτημα να είναι ταυτόχρονα και εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί. Στις Η.Π.Α., ένα εμφανές δείγμα συνωμοσιολογικής εμμονής βρίσκεται στο βιβλίο του Πατ Ρόμπερτσον Η Νέα Τάξη Πραγμάτων, αλλά, όπως έχουμε δει πρόσφατα, υπάρχουν και πολλά άλλα.

8. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν ταπεινωμένοι από τον επιδεικτικό πλούτο και την δύναμη των εχθρών τους. Όταν ήμουν μικρό παιδί, μου είχαν μάθει ότι οι Εγγλέζοι είχαν πέντε γεύματα τη μέρα. Έτρωγαν πιο συχνά από τους φτωχούς αλλά νηφάλιους Ιταλούς. Και ότι οι Εβραίοι είναι πλούσιοι και βοηθάνε ο ένας τον άλλο μέσω ενός μυστικού δικτύου αμοιβαίας αρωγής. Έτσι, με μια συνεχή μετατόπιση της ρητορικής εστίασης, οι εχθροί είναι ταυτόχρονα πολύ ισχυροί και πολύ αδύναμοι. Οι φασιστικές κυβερνήσεις είναι καταδικασμένες να χάνουν τους πολέμους τους, γιατί είναι εγγενώς ανίκανες να κάνουν μια αντικειμενική εκτίμηση της δύναμης του εχθρού.

9. Για τον πρωτοφασισμό, δεν υπάρχει αγώνας για τη ζωή· αντίθετα, η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας. Επομένως, ο ειρηνισμός ισοδυναμεί με συναλλαγή με τον εχθρό. Είναι κακός, γιατί η ζωή είναι ένας συνεχής πόλεμος. Αυτό, όμως, επιφέρει ένα «σύμπλεγμα Αρμαγεδδώνα». Εφόσον οι εχθροί πρέπει να ηττηθούν, θα πρέπει να υπάρξει μια τελική μάχη, μετά από την οποία το κίνημα θα έχει υπό τον έλεγχό του ολόκληρο τον κόσμο. Μια τέτοια «τελική λύση», όμως, θα σημάνει την αρχή μιας περιόδου ειρήνης, μιας Χρυσής Εποχής, πράγμα που έρχεται σε αντίφαση με το δόγμα του συνεχούς πολέμου. Κανείς φασίστας ηγέτης δεν έχει καταφέρει ποτέ να λύσει αυτό το πρόβλημα.

10. Ο ελιτισμός αποτελεί χαρακτηριστική διάσταση κάθε αντιδραστικής ιδεολογίας, στο βαθμό που είναι θεμελιωδώς αριστοκρατικός, και ο αριστοκρατικός και μιλιταριστικός ελιτισμός συνεπάγεται την περιφρόνηση προς τους αδύναμους. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να εκφράσει μόνο έναν λαϊκό ελιτισμό. Κάθε πολίτης ανήκει στον καλύτερο λαό του κόσμου, τα μέλη του κόμματος είναι οι καλύτεροι πολίτες, κάθε πολίτης μπορεί (ή πρέπει) να γίνει μέλος του κόμματος. Αλλά δεν μπορεί να υπάρχουν πατρίκιοι χωρίς πληβείους. Ο Ηγέτης, που γνωρίζει ότι η εξουσία δεν του απονεμήθηκε δημοκρατικά αλλά την κατέκτησε με τη βία, γνωρίζει επίσης ότι η δύναμή του βασίζεται στην αδυναμία των μαζών· οι μάζες είναι αδύναμες, και γι’ αυτό χρειάζονται και αξίζουν έναν ηγεμόνα. Και εφόσον η ομάδα είναι οργανωμένη ιεραρχικά (σύμφωνα με το στρατιωτικό πρότυπο), κάθε ηγέτης περιφρονεί τους υφισταμένους του, και καθένας απ’ αυτούς περιφρονεί τους κατωτέρους του. Αυτό ενισχύει την αίσθηση του μαζικού ελιτισμού.

11. Μέσα σ’ αυτή την προοπτική, όλοι μαθαίνουν πως πρέπει να γίνουν ήρωες. Σε κάθε μυθολογία, ο ήρωας είναι ένα εξαιρετικό ον, αλλά για την πρωτοφασιστική ιδεολογία ο ηρωισμός είναι ο κανόνας. Αυτή η λατρεία του ηρωισμού συνδέεται στενά με τη λατρεία του θανάτου. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα συνθήματα που είχαν οι ισπανοί φαλαγγίτες ήταν το «viva la muerte» («ζήτω ο θάνατος»). Στις μη φασιστικές κοινωνίες, ο απλός λαός μαθαίνει ότι ότι ο θάνατος είναι κάτι το δυσάρεστο που όμως πρέπει να το αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια· και οι πιστοί μαθαίνουν ότι είναι ένας οδυνηρός τρόπος για να περάσουν σε μια μεταφυσική ευτυχία. Αντίθετα, ο πρωτοφασίστας ήρωας αποζητά τον ηρωικό θάνατο, ο οποίος διαφημίζεται ως η μεγαλύτερη ανταμοιβή για μια ηρωική ζωή. Ο πρωτοφασίστας ήρωας ανυπομονεί να πεθάνει. Μέσα στην ανυπομονησία του, συχνά στέλνει κι άλλους ανθρώπους στο θάνατο.

12. Επειδή και ο συνεχής πόλεμος και ο ηρωισμός είναι δύσκολα παιχνίδια, ο πρωτοφασίστας μεταθέτει τον πόθο του για εξουσία στη σεξουαλική συμπεριφορά του. Έτσι προκύπτει ο ματσισμός [το αντριλίκι] (που συνεπάγεται αφενός την περιφρόνηση προς τη γυναίκα και αφετέρου την καταδίκη παρεκκλινουσών ερωτικών συνηθειών, όπως η αγνότητα ή η ομοφυλοφιλία). Και επειδή και το σεξ είναι δύσκολο παιχνίδι, ο πρωτοφασίστας ήρωας προτιμά να παίζει με τα όπλα – σαν φαλλικό υποκατάστατο.

13. Ο πρωτοφασισμός βασίζεται σε έναν επιλεκτικό λαϊκισμό, έναν ποιοτικό λαϊκισμό, θα έλεγε κανείς. Σε μια δημοκρατία, οι πολίτες έχουν ατομικά δικαιώματα, αλλά οι πολίτες συνολικά έχουν πολιτική επιρροή μόνο από ποσοτική άποψη — ακολουθούνται οι αποφάσεις της πλειοψηφίας. Για τον πρωτοφασισμό, όμως, τα άτομα ως άτομα δεν έχουν δικαιώματα, και ο Λαός γίνεται αντιληπτός σαν ποιότητα, σαν μια μονολιθική οντότητα που εκφράζει την Κοινή Βούληση. Και επειδή κανένα μεγάλο σύνολο ατόμων δεν μπορεί ποτέ να έχει κοινή βούληση, ο Ηγέτης παριστάνει το διερμηνέα τους. Έχοντας χάσει την εξουσία της αντιπροσώπευσης, οι πολίτες δεν πράττουν· καλούνται μόνο να παίξουν το ρόλο του Λαού. Έτσι, ο Λαός δεν είναι παρά ένα θεατρικό εφεύρημα. Για να πάρουμε μια γεύση ποιοτικού λαϊκισμού δεν χρειαζόμαστε πλέον την Πιάτσα Βενέτσια της Ρώμης, ούτε το Στάδιο της Νυρεμβέργης. Υπάρχει στο μέλλον μας ένας τηλεοπτικός ή διαδικτυακός λαϊκισμός, στον οποίο η συναισθηματική αντίδραση μιας επιλεγμένης ομάδας πολιτών θα μπορεί να παρουσιάζεται και να γίνεται αποδεκτή ως η Φωνή του Λαού.

Λόγω του ποιοτικού λαϊκισμού του, ο πρωτοφασισμός πρέπει να είναι κατά των «διεφθαρμένων» κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Μια από τις πρώτες φράσεις που είπε ο Μουσολίνι στο ιταλικό κοινοβούλιο ήταν «Θα μπορούσα να μετατρέψω αυτό το βουβό και καταθλιπτικό μέρος σε στρατόπεδο για τις σπείρες μου» — οι «σπείρες» είναι μια υποδιαίρεση της παραδοσιακής ρωμαϊκής λεγεώνας. Βέβαια, αμέσως βρήκε καλύτερο καταυλισμό για τις σπείρες του, αλλά λίγο αργότερα διέλυσε το κοινοβούλιο. Όποτε ένας πολιτικός αμφισβητεί τη νομιμότητα ενός κοινοβουλίου γιατί δεν αντιπροσωπεύει πλέον τη Φωνή του Λαού, αρχίζει και μυρίζει πρωτοφασισμό.

14. Ο πρωτοφασισμός μιλάει την «Νέα Ομιλία». Η Νέα Ομιλία επινοήθηκε από τον Όργουελ στο βιβλίο του 1984, ως επίσημη γλώσσα του Αγγλικού Σοσιαλισμού. Αλλά σε πολλές μορφές δικτατορίας συναντά κανείς πρωτοφασιστικά χαρακτηριστικά. Όλα τα ναζιστικά και φασιστικά σχολικά εγχειρίδια χρησιμοποιούσαν φτωχό λεξιλόγιο και στοιχειώδη σύνταξη, με σκοπό να περιορίσουν τη διάδοση των εργαλείων της σύνθετης και κριτικής σκέψης. Αλλά πρέπει να είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε άλλα είδη Νέας Ομιλίας, ακόμα κι αν παίρνουν τη φαινομενικά αθώα μορφή ενός δημοφιλούς τοκ-σόου.

Το πρωινό της 27ης Ιουλίου 1943, έμαθα ότι, σύμφωνα με ραδιοφωνικές ανακοινώσεις, ο φασισμός είχε καταρρεύσει και ο Μουσολίνι είχε συλληφθεί. Όταν η μητέρα μου με έστειλε να αγοράσω την εφημερίδα, είδα ότι οι εφημερίδες στον κοντινότερο πάγκο είχαν διαφορετικούς τίτλους. Επιπλέον, αφού είδα τους τίτλους, συνειδητοποίησα ότι κάθε εφημερίδα έγραφε διαφορετικά πράγματα. Αγόρασα μία στην τύχη, και διάβασα στην πρώτη σελίδα ένα μήνυμα που το υπέγραφαν πέντε ή έξι πολιτικά κόμματα — ανάμεσά τους η Χριστιανική Δημοκρατία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Κόμμα της Δράσης, και το Φιλελεύθερο Κόμμα.

Μέχρι τότε, πίστευα ότι υπήρχε μόνο ένα κόμμα σε κάθε χώρα, και ότι στην Ιταλία αυτό ήταν το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα. Τώρα, ανακάλυπτα ότι στη χώρα μου μπορούσαν να υπάρχουν ταυτόχρονα διάφορα κόμματα. Καθώς ήμουν έξυπνο παιδί, κατάλαβα ότι όλα αυτά τα κόμματα δεν μπορεί να γεννήθηκαν μέσα σε μια νύχτα, άρα θα πρέπει να υπήρχαν εδώ και αρκετό καιρό ως μυστικές οργανώσεις.

Το μήνυμα στην πρώτη σελίδα πανηγύριζε για το τέλος της δικτατορίας και την επιστροφή της ελευθερίας: της ελευθερίας του λόγου, του τύπου, της πολιτικής σύμπραξης. Αυτές τις λέξεις, «ελευθερία», «δικτατορία» — τις διάβαζα τώρα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Χάρη σ’ αυτές τις λέξεις, ξαναγεννήθηκα ως ελεύθερος δυτικός άνθρωπος. Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, ώστε το νόημα αυτών των λέξεων να μην ξεχαστεί ξανά. Ο πρωτοφασισμός βρίσκεται ακόμα γύρω μας, πολλές φορές με πολιτικά. Θα ήταν πολύ ευκολότερο, για μας, αν εμφανιζόταν στην παγκόσμια σκηνή κάποιος και έλεγε «Θέλω να ξανανοίξω το Άουσβιτς, θέλω να παρελάσουν ξανά οι Μελανοχίτωνες στις ιταλικές πλατείες». Αλλά η ζωή δεν είναι τόσο απλή. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να επιστρέψει με το πιο αθώο προσωπείο.

Είναι καθήκον μας να τον αποκαλύπτουμε και να καταδεικνύουμε οποιαδήποτε από τις νέες εκφάνσεις του — κάθε μέρα, σε κάθε μέρος του κόσμου. Και είναι καλό να θυμόμαστε τα λόγια που είπε ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ στις 4 Νοεμβρίου 1938: «Τολμώ να πω ότι, αν ποτέ η αμερικανική δημοκρατία πάψει να προχωρεί ως ζωντανή δύναμη και να προσπαθεί μέρα και νύχτα, με ειρηνικό τρόπο, να κάνει όλους τους πολίτες μας καλύτερους, τότε ο φασισμός θα δυναμώσει στη χώρα μας».

Η ελευθερία και η απελευθέρωση είναι μια ατέρμονη διαδικασία.

Πηγή: www.lifo.gr

Ακούει Βαμβακάρη και Τσιτσάνη από δισκάκια σε ταβέρνα της παραλίας και γράφει έναν ποιητικό ύμνο για το τζουκμπόξ και την ελληνική λαϊκή κουλτούρα

 

1

Ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ στην Ακρόπολη την 30/8/1961 

 

 

Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ (1926-1997), η πιο επιφανής φιγούρα της beat generation (και της beat poetry), έρχεται στην Ελλάδα (Πειραιάς-Αθήνα) από την Ταγγέρη με το θρυλικό υπερωκεάνιο «S.S. Vulcania». Ήταν 29 Αυγούστου 1961. Στη χώρα μας ο Γκίνσμπεργκ θα μείνει περί τους δύο μήνες, μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου δηλαδή, και θα επισκεφθεί διάφορα μέρη (Δελφοί, Ολυμπία, Ύδρα, Μυκήνες, Κρήτη...), πριν αναχωρήσει για το Ισραήλ και από κει για την Μομπάσα (Κένυα), με τελικό προορισμό την Ινδία.

 

Στην Αθήνα θα μείνει στο ξενοδοχείο «Παρκ» και σε σπίτια φίλων στην πορεία, ενώ θα γνωριστεί με διάφορους Έλληνες, όπως οι ποιητές Σπύρος Μεϊμάρης και Νάνος Βαλαωρίτης, ο Πάνος Κουτρουμπούσης, ο Μίνως Αργυράκης, ο Γιώργος Κατσίμπαλης κ.ά. (όλοι αυτοί συνευρίσκονταν στο Zonar's, στο καφενείο του Ζαχαράτου στο Σύνταγμα και αλλαχού), και βεβαίως με την Amy Mims (σύντροφος του Μίνου Αργυράκη), που θα αποδειχθεί η ξεναγός του.

 

Στην Αθήνα ο Γκίνσμπεργκ θα βρεθεί ν' ακούει τον Τσιτσάνη (7/9/1961) στο Φαληρικόν και συνεπαρμένος από την επαφή με το λαϊκό τραγούδι θα φθάσει να γράψει ακόμη και στίχους με στόχο να περαστούν στο μπουζούκι (!) –«Poem written in Café, intended as Bouzouki lyric»... όπως διαβάζουμε στο Journals: Early Fifties Early Sixties (Grove Press, New York, 1992)–, ενώ η Άμυ Μιμς-Σιλβερίδη, στο βιβλίο της Ο θησαυρός της Χέλεν Σάλλιβαν (Οδός Πανός, Αθήνα 2007), θυμάται σχετικώς: «Ενάμιση χρόνο αργότερα, ο αδελφικός φίλος του Γκρέγκορυ (Κόρσο) –ο Άλεν Γκίνσμπεργκ– ήρθε κι αυτός στην Ελλάδα (όταν ο Κόρσο είχε φύγει πια). Ήταν μόνος του, καθοδόν για την Ινδία».

 

Στην Αθήνα, ο Γκίνσμπεργκ έκανε παρέα με την Ντήρντρα (σ.σ. περσόνα της ίδιας της Άμυ Μιμς) μόνο όταν ήθελε να ανακαλύψει μερικές από τις παλιές γειτονιές της πρωτεύουσας και των γύρω περιοχών. Αρχίζοντας την ξενάγηση στα πολύτιμα στέκια της οδού Αθηνάς, ο Γκίνσμπεργκ πρωτοδοκίμασε εκεί πατσά με σκορδοστούμπι, αν και του άρεσαν καλύτερα οι καραβίδες που έβραζαν μέσα στα γιγάντια καζάνια στα παλιά ταβερνάκια της Ψαραγοράς. Μια άλλη φορά πήγαν μαζί στην παραλία της Φρεαττύδας κι εκεί διάλεξαν ένα παμπάλαιο μεζεδοπωλείο για να καθίσουν. Αυτό το μεζεδοπωλείο το φώτιζαν λάμπες πετρελαίου που έριχναν τρεμουλιαστές σκιές πάνω στους ξεφλουδισμένους πράσινους τοίχους, ενώ έξω από αυτό το ταβερνάκι κρεμόταν στον αέρα μια παλιά ταμπέλα ζωγραφισμένη με μια λατέρνα και κάτι μισοσβησμένα γράμματα "Ο Μήτσος - Μεζέδες της ώρας" και στη δεύτερη αράδα, σε αλαμπουρνέζικα αγγλικά: "Ρήσεντ (δηλαδή πρόσφατες) τίτμπιτς"!

 

2

Από την ταινία του Πάνου Κουτρουμπούση «Από Μπουζούκια σε Μπουζούκια» του 1962. Η Μαρίδα ίσως είναι η ταβέρνα στο Πέραμα, που βρέθηκαν ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ με την Άμυ Μιμς τον Οκτώβριο του ’61. 

 

 

Την ίδια εποχή, η Ντήρντρα έκανε εξορμήσεις και σε άλλες παλιές γειτονιές –όπως στον "Ασύρματο" (εκείνη την περίεργη φτωχογειτονιά κοντά στον λόφο του Φιλοπάππου, γνωστή στους Έλληνες από την παλιά ταινία Συνοικία το Όνειρο)– και σε άλλες συνοικίες, όπως στο Δουργούτι, στη Νίκαια και στη Δραπετσώνα. Ήθελε να ξεναγήσει τον Γκίνσμπεργκ και σε αυτά τα σχεδόν άγνωστα λημέρια. Αλλά, τελικά, πρόλαβε να τον πάει μόνο στο Πέραμα, όμως στο αυθεντικό Πέραμα, όπως ήταν στις αρχές της δεκαετίας του '60... Το Πέραμα πριν από το τσιμεντένιο "λίφτινγκ" που έμελλε να υποστεί αργότερα... το γνήσιο πάλαι ποτέ Πέραμα, με τις παράγκες στην αμμουδιά, λίγα μέτρα από τη θάλασσα... το Πέραμα με τα φτηνά πολύχρωμα φωτάκια κρεμασμένα πάνω από τα πρόχειρα "περιβολάκια" (δηλαδή, κάτι ασβεστωμένα κονσερβοκούτια με κάτι εύρωστα κόκκινα γεράνια)... το Πέραμα με τα όμορφα ναυτάκια, που λες και είχαν βγει από τους πίνακες του Τσαρούχη και που συνόδευαν συχνά τον μεγαλοπρεπή Λόρδο της Αθηναϊκής Κοινωνίας, τον πρώτο δοξασμένο αεροπόρο της Ελλάδας, τον Θάνο Βελλούδιο. Με μια τέτοια ομήγυρη, η Ντήρντρα χάρηκε μια αξέχαστη βραδιά στο παλιό Πέραμα, παρέα με τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ. Εκείνος ξετρελάθηκε με τους ήχους του ρεμπέτικου, όταν πρωτάκουσε εκεί ένα τραγούδι του Βαμβακάρη που παιζόταν στη διαπασών, στο προπολεμικό τζουκμπόξ. Άρπαξε το στυλό του κι άρχισε να γράφει –φουριόζικα– έναν διθύραμβο για το τζουκμπόξ στο Πέραμα. Αν ήξερε τι σήμαιναν οι στίχοι του Βαμβακάρη, το αυτοσχέδιο ποίημά του θα γινόταν ένα σωστό αριστούργημα (...)».

 

3

Ζεϊμπέκικο σε μαγαζί στο Πέραμα, από την ταινία του Πάνου Κουτρουμπούση «Από Μπουζούκια σε Μπουζούκια» του 1962 (πηγή: Λαϊκό Τραγούδι, #22, 2-3/2008) 

 

 

Για τα λαϊκά μαγαζιά του Περάματος και των γύρω περιοχών εκείνης την εποχής έχει μιλήσει και ο Πάνος Κουτρουμπούσης (συνέντευξη στον Νίκο Μητρογιαννόπουλο, στο περιοδικό «Λαϊκό Τραγούδι» #22, 2-3/2008). Ο Κουτρουμπούσης είχε ετοιμάσει, το 1962, μια ταινία μικρού μήκους, ένα ντοκιμαντέρ υπό τον τίτλο Από μπουζούκια σε μπουζούκια» και προσπαθεί να θυμηθεί, χρόνια αργότερα, τις ταβέρνες στις οποίες γύρισε σκηνές – μία απ' αυτές φαίνεται πως είναι και η ταβέρνα που είχε πάει ο Γκίνσμπεργκ με την Άμυ Μιμς! «Θυμάμαι ονόματα από κέντρα, αλλά όχι όλα. Εγώ ήμουνα απρόσεκτος τότε και ούτε ονόματα μουσικών έπαιρνα, γι' αυτό και δεν κάναμε πολλή συζήτηση. Κοιτάγαμε πότε θα στήσει το τρίποδο ο οπερατέρ κι έτσι δεν είχαμε επαφή συνεχή. Ούτε καν το σκέφτηκα ότι πρέπει να γίνει κι αυτό, να παίρνω ονόματα μουσικών, συγκροτημάτων και κέντρων. Ας πούμε, του Αγγελόπουλου ήταν η "Μαντουμπάλα". Στον Παγιουμτζή και στον Βαμβακάρη ήτανε του "Βρανά", σχεδόν εκ των υστέρων το κατάλαβα. Ένα, λοιπόν, λεγόταν "Το Κέφι". Ένα άλλο, αυτό όπου μαζευόντουσαν οι ναύτες, που ήταν τζουκμπόξ μονάχα, λεγόταν "Η Μαρίδα". Κάτι τέτοια. Του Αγγελόπουλου, βέβαια, δεν ήταν στο Πέραμα, κάπου προς το Φάληρο ήτανε. Ο Καραπατάκης ήταν αλλού πάλι αυτός, δεν ήταν στο Πέραμα. Επίσης, εκεί που ήταν ο Πολίτης κι αυτό ήταν αλλού. Στο Πέραμα ήτανε δυο-τρία απ' αυτά που είναι στην ταινία, στη σειρά όλα, λαϊκά συγκροτήματα, μάλλον άγνωστα».

 

4

Πάνος Κουτρουμπούσης – Άλλεν Γκίνσμπεργκ στον πυργίσκο της οδού Γιάννη Σταθά, στο Κολωνάκι 

 

 

Ασχέτως του τι λέει η Άμυ Μιμς, αν ήξερε ο Γκίνσμπεργκ δηλαδή ή δεν ήξερε τι έλεγαν οι στίχοι του Βαμβακάρη, εκείνο που έγραψε ο Αμερικανός ποιητής στην ταβέρνα του Περάματος ήταν «σωστό αριστούργημα». Πρόκειται, φυσικά, για το ποίημά του Seabattle of Salamis took place off Perama.

«Seabattle of Salamis took place off Perama

Αν δεν ήταν η αφεντιά σου Κύριε Τζουκμπόξ
με την αλουμινένια κοιλιά σου που μουγκρίζει
και τα τριάντα δόντια σου να καταπίνουν τις βρώμικες δραχμές
και τα μάτια σου σε όλο τον κόσμο, φωτεινά μάτια, μωβ διαμάντια
και τον λευκό εγκέφαλό σου που περιστρέφεται με τους μαύρους δίσκους του
σε κάθε μπαρ από τη Γιοκοχάμα μέχρι τον Πειραιά γνέφοντας με το βλέμμα
και ακτινοβολώντας κάθε Σαββατόβραδο
τι σιωπή θα 'ταν αυτή, αντί για τ' αγόρια που φωνάζουν και χορεύουν όπου κι
αν πάω–
Χαίρε Τζουκμπόξ του Περάματος, με τους συνοδούς τραγουδιστές σου και
τους νέους και τις πόρνες
και τις φωτεινές βεράντες, εκεί που τα παιδιά χοροπηδάνε με τη
σαματατζίδικη μουσική σου ζωηρά πάνω από τον μαύρο ωκεανό
είναι οι νέγρικες φωνές που ουρλιάζουν χίλια χρόνια πίσω σε ριγέ παντελόνια,
ροζ πουκάμισα, λουστρίνια στα λιγνά βρώμικα πόδια τους
πάνινα παπούτσια και πράσινα πουλόβερ, χαλαρά κρεμασμένα μπράτσα,
μαλλιά, πόδια, γοφοί και μάτια!
Πηδάνε και χαίρονται αυτή την ώρα πάνω από τα οστά των Περσών–
γέρνοντας προς το φως με ερωτικά βήματα, νόστιμο χαζογελάκι και δόντια
νεανικά, και λουλούδια στ' αυτιά–

Απόηχοι του Χάρλεμ στην Αθήνα! Χαιρετώ σε θλιμμένη Νέα Υόρκη!
Χαίρε σαματατζίδικη μουσική σε όποιο μέρος το τζουκμπόξ παίζει ΠΟΛΥ
ΔΥΝΑΤΑ
γιατί οι Μούσες ξεχύθηκαν στον κόσμο πάλι, με τις μεγάλες μαύρες φωνές
τους και τα μπουζουκομπλούζ
οι μούσες με τα μπόνγκος, τις κιθάρες, τ' ακορντεόν και τα ηλεκτρικά
μικρόφωνα
Το τσα-τσα-τσα κάνει την Αβάνα ευτυχισμένη, το μάμπο ξεσηκώνει το
καθωσπρέπει Λονδίνο
Η λύρα και το φτηνό κλαρίνο προφητεύουν στους Δελφούς! Η Κρήτη χαίρεται
και πάλι!
Ο Παναγιώτης να χορεύει ζεϊμπέκικο μεθυσμένος, έχοντας πιει έναν Κρατήρα,
ο Γιώργης να χτυπάει τα τακούνια του και να κλωτσάει το κεφάλι του
Κέρβερου!
Το ντούμπι-ντούμπι βασιλεύει για πάντα στις ακτές! Μια δραχμή για ένα
Μπλακ Τζακ, μια δραχμή φέρνει την «Αχάριστη» και πάλι, το «Γιατί-δε-με-θες»
Αποκαλυπτικό ροκ, «Άνοιξε την πόρτα, Ρίτσαρντ», «Σου κάνω μάγια», Τέλος
της Ιστορίας Ραγκ!»

 

5

«Από Μπουζούκια σε Μπουζούκια» ταινία μικρού μήκους του Πάνου Κουτρουμπούση από το 1962 (πηγή: Λαϊκό Τραγούδι, #22, 2-3/2008) 

 

Πότε και πού δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το «Seabattle of Salamis took place off Perama», που είχε γραφτεί βεβαίως στην αγγλική γλώσσα; Στο πρώτο τεύχος του αγγλόφωνου «Residu», του μοναδικού για την Ελλάδα των sixties underground περιοδικού, που τύπωσε ο Αμερικανός Daniel Richter στην Αθήνα, την άνοιξη του 1965 (γνωστότερος, ο Richter, από την παρουσία του στην ταινία 2001: A Space Odyssey του Στάνλεϊ Κιούμπρικ). Στο «Residu» διάβαζες ποιήματα και αφηγήσεις ποιητών και λογοτεχνών του underground που είχαν περάσει, οι περισσότεροι τουλάχιστον, εκείνη την εποχή από την Αθήνα – που ήταν, τότε, ένα ακόμη κέντρο της σχετικής κουλτούρας στην Ευρώπη. Να μερικά ονόματα: ο Αμερικανός συγγραφέας και ποιητής Harold Norse, ο σουρεαλιστής «οπτικός» ποιητής, collage maker και άλλα πολλά Charles Henri Ford, ο ποιητής Philip Lamantia, η ποιήτρια και ζωγράφος Kay Johnson, ο ψυχίατρος, ακτιβιστής και συγγραφέας Sheldon Cholst... Ανάμεσά τους δύο Έλληνες, ο Νάνος Βαλαωρίτης και η ποιήτρια Έλλη Συναδινού και, βεβαίως, ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ. Με το «Residu», όμως, ανοίγουμε άλλη πόρτα...

 

Γράφει ο Φώντας Τρούσας για το http://www.lifo.gr/

Still-Life of Books

 

Άραγε τι μας ωθεί να διαβάζουμε λογοτεχνία; Τι απολαμβάνουμε; Ποια είναι η φύση της ευχαρίστησης, για τον αναγνώστη;

Σε ένα μυθιστόρημα, είτε είναι ιστορικό, είτε ψυχολογικό, είτε κοινωνικό, το «εγώ» του αναγνώστη ταυτίζεται με τα «εγώ» των ηρώων του λογοτεχνήματος καθώς αυτά αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον και μεταξύ τους. Καθώς, δε, η ιστορία ξετυλίγεται η ιστορία και παρουσιάζονται οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες προκύπτουν τα γεγονότα, τα κοινωνικά πρότυπα που ακολουθούνται, οι νόρμες και τα συναισθήματα των χαρακτήρων, ο αναγνώστης διακινείται συγκινησιακά και παίρνει θέση στην ιστορία.

Ένα λογοτεχνικό κείμενο, συνεπώς, βιώνεται καθώς η ανάγνωση απαιτεί την ενεργή νοητική συμμετοχή του αναγνώστη και τη δημιουργική σκέψη του. Για την ανάγνωση ενός κειμένου, επίσης, απαιτείται η συγκέντρωση του νου, η εστίαση της προσοχής και πάνω από όλα η ικανότητα στοχασμού και αυτοπαρατήρησης του αναγνώστη.

Μελέτες, εν τω μεταξύ δείχνουν ότι όσο πιο υψηλή η γλώσσα έκφρασης κι όσο πιο δύσκολες συντακτικά είναι οι προτάσεις, τόσο περισσότερο ενεργοποιούνται τα εγκεφαλικά κέντρα του αναγνώστη, καθώς αυτός τείνει να κατανοήσει και να ανταποκριθεί στα βαθύτερα νοήματα που οι προτάσεις του κειμένου μεταφέρουν.

Ιδιαίτερη προσοχή φαίνεται να απαιτείται στην ανάγνωση έργων ποίησης, που αφ’ ενός τονώνουν σημαντικά τη δραστηριότητα στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου, το οποίο, μεταξύ άλλων, σχετίζεται με την κατανόηση μεταφορικών εννοιών, τη συναισθηματική φόρτιση και μελωδία λόγου και αφ’ ετέρου τονώνουν την ενδοσκόπηση, καθώς ο αναγνώστης προσπαθεί να αντιληφθεί και αναλύσει συμβολισμούς κι αφηρημένες έννοιες. Η ποιοτική λογοτεχνία και ποίηση, συνεπώς, είναι μέσα ουσιαστικής γνωστικής και συναισθηματικής εμπειρίας, που συμβάλλουν στην ενίσχυση των μηχανισμών ανάπτυξης της προσωπικότητας του αναγνώστη.

Η ευεργετική δύναμη της ποιοτικής λογοτεχνίας, συνίσταται και στη δημιουργία νέων σκέψεων και νοητικών σχημάτων πολλαπλασιάζοντας τις νέες συνδέσεις των νευρώνων του εγκεφάλου, αυξάνοντας τη δημιουργικότητα, την αναπαράσταση και την προβολή στο μέλλον.

Αυτό συμβαίνει γιατί με την ανάπτυξη νέων νοητικών και συναισθηματικών ικανοτήτων, ο αναγνώστης διευκολύνεται στην ανάπτυξη υγιέστερων διαπροσωπικών σχέσεων κι ως εκ τούτου στηρίζουν την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας.

Ως αναγνώστες, ανάμεσα στις γραμμές ενός λογοτεχνικού κειμένου ή ενός ποιήματος, ανακαλύπτουμε δικές μας κρυμμένες πτυχές, σκέψεις, συναισθήματα, ενώ η προσεκτική ανάγνωση μας πληροφορεί για την οπτική γωνία κάποιου άλλου προσώπου μέσα στην ιστορία. Μέσα από ένα κείμενο, μας επιτρέπεται να αναγνωρίσουμε το καλό και το κακό, να αναλογιστούμε τις συνέπειες των πράξεων των ηρώων, εάν και πως θα μπορούσαν να εξελιχθούν τα γεγονότα, σε ποια βάση αξιών εκτυλίσσεται η ιστορία, ποιες συνθήκες βοηθούν ή εμποδίζουν την έκφραση και την αυτοπραγμάτωση των ηρώων.

Ορισμένες λογοτεχνικές περιγραφές, μάλιστα, μας δίνουν την εντύπωση πως ο συγγραφέας γνωρίζει καλύτερα τον εαυτό μας, από ότι τον γνωρίζουμε εμείς οι ίδιοι, καθώς οι συγγραφείς βρίσκουν τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψουν εσωτερικές συγκρούσεις, δυσκολίες, χαρές και άλλες ιδιαίτερες εμπειρίες της ανθρώπινης ζωής. Οι ποιοτικοί συγγραφείς, έχουν την ικανότητα να μας βοηθούν σε ένα ταξίδι στον εσωτερικό μας εαυτό, αλλά και τη δύναμη να τοποθετούν, γνωστά σε εμάς, χαρακτηριολογικά στοιχεία, σε κοινωνικές κι ιστορικές συνθήκες που μας βοηθούν στην κατανόηση και την επεξεργασία της δικής μας πραγματικότητας.

Η λογοτεχνία για εμάς είναι ένα «ψυχολογικό ενδιάμεσο», καθώς είναι ένα δημιούργημα που μας επιτρέπει να συμμετέχουμε σε μία ανθρώπινη ιστορία, μας βοηθά στην ανάγνωση και την εξέταση των συνθηκών που διαδραματίζονται τα γεγονότα, αλλά και να συγκινηθούμε έχοντας συνειδητή επίγνωση πόσο κοινές είναι οι ανθρώπινες επιθυμίες, έννοιες κι αγωνίες.

Μέσα από την ανάγνωση βιώνουμε μία ασφαλή ψυχική ένταση, την οποία μπορούμε να απολαύσουμε και να εκφορτίσουμε μέσω της συνέχειας της ιστορίας. Ανάλογα, δε, με τη δεκτικότητα μας και ακολουθώντας τη δομή του δημιουργήματος, ανακαλύπτουμε τα προσωπικά νοήματα και μοτίβα που διακινούν τα νήματα της δικής μας ζωής.

Εάν δε, αποφασίσουμε να εντρυφήσουμε περισσότερο, η λογοτεχνία, μπορεί να γίνει το μέσο μελέτης, νοηματοδότησης κι επεξεργασίας του εσωτερικού μας κόσμου και πως αυτός αλληλεπιδρά με τον εξωτερικό, κοινωνικό χώρο.

Κάπως έτσι, οι ήρωες μπορεί να μας τροφοδοτίσουν κοινωνικά, συναισθηματικά, αλλά και να γίνουν μάρτυρες της δικής μας απόφασης για αλλαγή κι αυτοπραγμάτωση!

Μερικά από τα κείμενα εργασίας με τις ομάδες του «Βιο-Αναγνωστηρίου»:

Σαπφώ: Επίλεκτα Λυρικά

Ο κύριος όγκος της λυρικής παραγωγής της Σαπφούς αποτελείται από ερωτικά ποιήματα. Λόγω της φόρμας της Αρχαίας Ελληνικής ποίησης (σύντομη, με ιδιαίτερα επιλεκτικό λεξιλόγιο), η ποιήτρια εκφράζει με λακωνικό τρόπο τον εσωτερικό κόσμο. Αυτή η πρόκληση -το ονοματιστούν τα συναισθήματα με ακρίβεια- αποτελεί ζητούμενο για το σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος εκφράζεται συνήθως με παρομοιώσεις και μεταφορές: "αισθάνομαι σαν...", "είμαι διαλυμένος". Η γνώση των συναισθημάτων και των ιδιαίτερων αποχρώσεών τους αποτελεί ζητούμενο στην ψυχανάλυση, επειδή δηλώνει την επιμελή επεξεργασία τους, την κατανόησή τους και τη σχέση αιτίας-αιτιατού μεταξύ ερεθίσματος και ψυχικού αποτελέσματος.

Geoffrey Chaucer: Ιστορίες του Canterbury

Ο Chaucer θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Αγγλικής λογοτεχνίας. Το επικών διαστάσεων έργο του, "Ιστορίες του Canterbury", αποτελείται από σπονδυλωτές ιστορίες, οι οποίες αφορούν σε ένα πλήθος θεμάτων και αντικατοπτρίζουν την κοινωνική δομή της μεσαιωνικής Αγγλίας. Μαζί με άλλα της μεσαιωνικής λογοτεχνίας, εστιάζουν στη δυναμική της αφήγησης εντός της ομάδας, όπου η προσωπική εμπειρία μοιράζεται με το σύνολο και αποτελεί αφορμή για διάλογο και επεξεργασία. Αυτή η πρακτική -την οποία έχουν υιοθετήσει και αρκετές ψυχαναλυτικές σχολές- προσφέρει στο άτομο τη δυνατότητα να επεξεργαστεί εκ νέου τις εμπειρίες του, με διττό τρόπο: α) να τις συντάξει με λογική δομή (αρχή, μέση, τέλος) και β) να δεχτεί την κριτική και την οπτική του τρίτου προσώπου, ως δημιουργικό έναυσμα για την αντιμετώπιση του βιώματος.

Charles Pierre Baudelaire: Τα Άνθη του Κακού

Μέλος του κινήματος των "Καταραμένων ποιητών", ο Baudelaire σπάζει τα δεσμά του ρομαντισμού και της αστικής επεξεργασίας του συναισθήματος, επιστρέφοντας στην πηγή του. Κινείται από το λυρισμό στην ωμότητα, χωρίς να λογοκρίνει τις εμπειρίες του, αλλά επεξεργαζόμενός τις. Από την αγάπη ως το σεξ και από την ιπποτική συμπεριφορά ως την κριτική της αστικής ηθικής, ο Baudelaire απελευθερώνεται από τα στερεότυπα και προσπαθεί να εκφράσει ρεαλιστικά τον εσωτερικό κόσμο και την πάλη ανάμεσα στην ηδονή και στο θάνατο. Ομοίως, ο αναγνώστης καλείται να επεξεργαστεί τις δικές του επιθυμίες, πέρα από τα στεγανά της οποιασδήποτε "ομάδας" (οικογένεια, εργασία, κοινωνία) και να αναγνωρίσει τις ορμές του καθώς και τις ροπές του προς την (αυτο)καταστροφή. Με αυτή την αντιπαραβολή, έρχεται η αναγνώριση της σκοτεινής πλευράς της επιθυμίας και η δυνατότητα να μετουσιωθεί σε δημιουργική δύναμη.

Georges Bataille: Ερωτισμός

Χρησιμοποιώντας κυρίως τις εκφραστικές μεθόδους του Σουρεαλισμού, αλλά εμβαθύνοντας και σφυρηλατώντας μία νέα φιλοσοφία της επιθυμίας και του ερωτισμού, ο Bataille ασχολείται ιδιαίτερα με τη σύγκρουση του "θέλω" και την αστική ηθική που κυριαρχεί στη δυτική κοινωνία. Στο έργο του ο κοινωνικός ιστός λειτουργεί ασφυκτικά προς τις βασικές ροπές του ατόμου, το οποίο καλείται να υπερκεράσει τα εμπόδια ακολουθώντας την έκφραση της επιθυμίας: αυτή αναλύεται μέσω αρχετυπικών συμβόλων, τονίζοντας την προαιώνια παρουσία της. Ασχέτως αν κάποιος ταυτίζεται πλήρως με την ιδεολογία του Bataille, η προκλητική έκφρασή του καθώς και οι ιδέες του τονίζουν το δίλημμα που αντιμετωπίζει και σήμερα το άτομο: έκφραση του ψυχισμού ή συμμόρφωση με την καθεστηκυία ηθική. "Ερωτισμός είναι η μέχρι θανάτου επιδοκιμασία της ζωής". Αυτό το απόφθεγμά του λειτουργεί ως διέγερση προς τη σκέψη και αποτελεί και πρόκληση για μία εκ νέου ανάγνωση της επιθυμίας, ως το ζωοδόχο στοιχείο της ύπαρξης.

Ανδρέας Εμπειρίκος: Ο Μέγας Ανατολικός

Το μοναδικό πεζό ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες σουρεαλιστές. Κατά μία έννοια, το οκτάτομο αυτό έργο αποτελεί το opus magnum του Εμπειρίκου, αφού μέσα από τις σπονδυλωτές του ιστορίες συνοψίζει και αναλύει τις βασικές του θέσεις για τον έρωτα, τη σεξουαλικότητα, την επιθυμία, τη ζωή και την (προσωπική) επανάσταση. Αν και αποτελεί έργο που ξύπνησε το διχασμό μετά την έκδοσή του, οι περισσότεροι μελετητές το αντιμετωπίζουν ως ένα κατ᾽ αρχήν σουρεαλιστικό δημιούργημα, το οποίο -πιστό προς τις αρχές του κινήματος- αποζητά να εκτινάξει την επιβληθείσα πραγματικότητα και να επεκτείνει τα όρια της αντίληψης του ατόμου, μέσω της πρόκλησης. Ομοίως, ο αναγνώστης καλείται να υπερβεί τα όριά του και να οικειοποιηθεί ή να απορρίψει αυτά που διαβάζει, τηρώντας ανοιχτό μυαλό και συνάμα προσπαθώντας να διαχωρίσει αυτά που είναι με αυτά που του επιβάλλεται να είναι.

_

γράφει η Μαριανίκη Δορμπαράκη και η Χαρίκλεια Μανουσάκη
Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης
πηγή: http://tovivlio.net/


Η Μαριανίκη Δορμπαράκη σπούδασε Φιλολογία και Ψυχολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέχισε την εκπαίδευσή της στη Γερμανία, όπου έλαβε το διδακτορικό της από το Goethe-Universität (Frankfurt am Main), ενώ δίδαξε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη θεατρική παιδεία, το θεατρικό παιχνίδι, το παραμύθι και την παιδαγωγική. Αποφοίτησε από το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και πρόσφατα (2014) εξέδωσε την ερμηνευτική μελέτη της με γενικό τίτλο "Bernard-Marie Koltès. Φαλλός του ήλιου: Ρομπέρτο Τσούκκο". Είναι μέλος του Διεθνούς και Ελληνικού Ινστιτούτου Θεάτρου.

Η Χαρίκλεια Μανουσάκη σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων, είναι κάτοχος τίτλου ΜΒΑ κι έχει εξειδικευτεί μεταπτυχιακά στη Δημόσια Διοίκηση και Πολιτική, στη Διοίκηση Έργων, τα Διεθνή Χρηματοοικονομικά και το Στρατηγικό Marketing. Έχει λάβει εκπαίδευση στη Συστημική Συμβουλευτική, στη Συστημική Αναπαράσταση, στην Ευαισθητοποίηση στη Γνωσιακή-Συμπεριφορική, σε Τεχνικές EFT, στο Solutions Focus Coaching, στη Μέθοδο Ανάλυσης της Επικοινωνίας Marte Meo, στο Νευρογλωσσικό Προγραμματισμό, στην Παιγνιοθεραπεία, στην Κλινική Νευροψυχολογία κι Εξελικτική-Αναπτυξιακή, στην Υπαρξιακή Φαινομενολογία, στη Θεραπεία Σχημάτων.

Συμμετέχει σε έρευνες για τον θεσμό της ελληνικής οικογένειας, αρθρογραφεί, ασχολείται με το παιδί, ενώ αναπτύσσει θέματα οργανωσιακής ψυχολογίας κι επικοινωνίας σε δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς. Η Χαρίκλεια Μανουσάκη είναι μέλος του European Coaching and Mentoring Association, του Συνδέσμου Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού Ελλάδας, του Chartered Management Institute και του Chartered Institute of Marketing.

eap-culturecy

 

Οι δύο ποιητικές συλλογές με τα Νεανικά και Ανάλεκτα ποιήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε από τις εκδόσεις Gutenberg, σε μετάφραση Βαρθαλίτη και επιμέλεια Αρμάου, μας δίνουν ένα ολοκληρωμένο προφίλ του σπουδαιότερου Αμερικανού ποιητή.

γράφει η Τίνα Μανδηλάρα για το http://www.lifo.gr/

 

"Για μένα η ποίηση δεν ήταν σκοπός, ήταν πάθος" γράφει ο Έντγκαρ Άλαν Πόε στην εισαγωγή της έκδοσης των ποιημάτων του το 1845, δίνοντας το στίγμα του σπουδαίου του έργου. Και η αλήθεια είναι ότι δεν έγραψε ούτε λέξη, ούτε στίχο έξω από τον περίτεχνα φασματικό και άκρως ποιητικό κόσμο που ο ίδιος δημιούργησε. Δεν λειτούργησε, άλλωστε, ποτέ ως παρατηρητής. Σχεδόν κατοικούσε, ψυχή τε και σώματι, στους φανταστικούς αυτούς κόσμους, καθώς όλο του το εκφραστικό μεδούλι εντοπιζόταν στην καρδιά των ενδιάμεσων τόπων: στον «Αλ Ααράαφ», αυτό το παράξενο καθαρτήριο ανάμεσα στην κόλαση και τον παράδεισο, στο υακίνθινο νησί, μέσα στον Ποταμό, στο «Βυθισμένο Παλάτι». Γι' αυτό και ο μεταφραστής Γιώργος Βαρθαλίτης είναι απόλυτα ακριβής όταν τονίζει στα προλεγόμενα της έκδοσης των Αναλέκτων του Έντγκαρ Άλαν Πόε, που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Gutenberg, πως «τα πάντα εδώ γίνονται καθρέφτες ψυχικών καταστάσεων, τα πάντα εσωτερικεύονται. Το "Μαγεμένο Παλάτι", λ.χ., δεν βρίσκεται κάπου έξω: είναι μέσα μας, είναι η εσωτερική μας φθορά και παρακμή. Η "Βυθισμένη Πολιτεία" συμβολίζει μια ψυχική κατάρρευση. Και, φυσικά, η "Κοιλάδα της Ταραχής" μια περιοχή του πνεύματος χαρτογραφεί». Αρχίζοντας το ταξίδι του από μέσα, από τα έγκατα του ψυχικού κόσμου, ο Πόε άρχισε από πολύ νωρίς να περιφέρεται μαζί με ονειρικούς ταξιδιώτες «εκτός ΤΟΠΟΥ κι εκτός ΧΡΟΝΟΥ» εκεί όπου «ποταμοί, βαθιές κοιλάδες, σπήλαια, βάραθρα, άγρια δάση, σχήματα που τα θολώνουν της δροσιάς τα δάκρυα γύρω», καταγράφοντας εικόνες, σκέψεις, «μνήμες ανθρώπινες, θλιμμένες παραδόσεις». Ο Πόε ήταν όλος ποίηση, μουσική και εικόνες. Για την ακρίβεια, ήταν η ίδια η ποίηση ενσαρκωμένη σε ένα αλλόκοτο πλάσμα.

Κι αυτό φαίνεται ήδη από πολύ νωρίς, από τότε που δημοσιεύει τα νεανικά, ακραία βυρωνικά εκείνα ποιήματα –τον περίφημο «Ταμερλάνο» και το κρυπτικό «Αλ Ααράαφ»– κόντρα στην κυρίαρχη σκέψη και κριτική. Βαθιά ρομαντικός, δεν εγκαταλείπει τον ακραία ονειρικό και συμβολικό του κόσμο για να γίνει πιο αρεστός στον πνευματικό κόσμο της εποχής του. Ξεπερνώντας κατά πολύ τα σημεία των καιρών, εξυφαίνει με τρόπο εντελώς ιδιοσυγκρασιακό το κυκλωτικό δίχτυ του λεκτικού του πλούτου που βρίθει συμβολισμών και ακολουθεί όχι τα κυρίαρχα λογοτεχνικά διδάγματα αλλά τις υπαγορεύσεις της δικής του μούσας. Είναι αντίστοιχα οι μούσες που στοίχειωναν τα νεανικά του ποιήματα και επανέρχονται ακόμα πιο αδυσώπητες και κραταιές στα ωριμότερα. Εύλογα, λοιπόν, οι εκδόσεις Gutenberg προχώρησαν στην ιστορική έκδοση των ποιημάτων του, χωρίζοντάς τα σε δύο ενότητες, στα «Νεανικά» και στα «Ανάλεκτα», βασιζόμενες στη συλλογική έκδοση που έφερε την υπογραφή της επιμέλειας του Τόμας Μάμποτ, και συνοδεύοντάς τα από τα αλησμόνητα, πανέμορφα χαρακτικά του Ρόμπινσον. Το μεταφραστικό έργο, που φέρει έντονα τη ρομαντική σφραγίδα του ποιητή, υπογράφει ο Γιώργος Βαρθαλίτης σε επιμέλεια του μακαρίτη Δημήτρη Αρμάου – μια συνεργασία που τιμά το άχθος της σχολαστικής απόδοσης. Σάμπως να ακολουθεί αυτό το μακρύ έργο που εμπνέεται από την παρουσία της Μούσας και μοιάζει με ατελείωτη Οδύσσεια στα έγκατα των λέξεων: επικαλούμενος τη γυναικεία μορφή, ο Πόε εγκαταβιώνει στον κόσμο που στήνει εκείνη την ώρα άλλοτε η εκάστοτε «άνασσα αγκυροβολημένου βασιλείου», η Νεσάκη –μια άλλη μορφή της Ναυσικάς από την ομηρική Οδύσσεια–, άλλοτε η ωραία Ελένη κι άλλοτε η ίδια η Σαπφώ. Στα ποιήματα της ωριμότητάς του η μούσα αποκτά μια πιο σαφή και ενσαρκωμένη θέση: γίνεται η Ελεωνόρα στο «Κοράκι» και στο ομώνυμο ποίημα, η Βαλεντίνη κι η Ελένη την οποία βλέπει ξαπλωμένη και λευκοντυμένη, όταν «σε βιολετιά πλαγιά και το φεγγάρι έπεφτε στ' ανοιγμένα πάνω ρόδα». Κυρίαρχη, επίσης, η διάσημη πλέον μορφή της Άναμπελ Λι, που τόσο αγάπησαν γενιές και γενιές ποιητών και όλα τα σύγχρονα ρομαντικά τέκνα, αλλά και η Ισαβέλα, η άγνωστη αυτή «κάποια στον παράδεισο». Η Βαλεντίνη. Μούσες που εμπνέουν και σχεδόν υπαγορεύουν βόμβες λεκτικής ενέργειας και εμμονές που επανέρχονται στον σχεδόν σαλεμένο από άγρια εικονοπλαστική δύναμη νου. Ο μόνιμος ρομαντικός αγώνας με τον έρωτα, τις λέξεις και την έμπνευση, το άρρητο και το σκοτάδι εδώ βρίσκουν την απολυτότητά τους. Ώρες-ώρες καταλαβαίνεις γιατί δεν μπόρεσαν οι συγκαιρινοί του να καταλάβουν τον Αμερικανό ποιητή και να ασπαστούν τα ζοφερά οράματά του: χαρακτηριστικό το κείμενο του προλόγου στην έκδοση των νεανικών ποιημάτων του 1831 –που ενσωματώνεται και στην ελληνική έκδοση–, όπου ο Πόε στέκεται αμείλικτος απέναντι στην κριτική. Αν «δουλειά του μεταφυσικού είναι να επιχειρηματολογεί, του ποιητή είναι να διαμαρτύρεται σ' αυτές τις μικρολογίες που θέλουν να καταντήσουν την ποίηση σπουδή – κι όχι πάθος» όπως τονίζει, εξηγώντας γιατί γράφει με τη σάρκα, τη φλέβα που πάλλεται, το ίδιο του αίμα. Μανιασμένες σκέψεις διατρέχουν προελαύνοντα, θαρρείς, δάση, περίεργα άνθη όπως περουβιανά χρυσάνθεμα και νηπενθή, που τόσο τίμησαν ο μεγαλύτερος ίσως μαθητής του Πόε, ο Σαρλ Μπωντλαίρ, αλλά και απανταχού ρομαντικοί ποιητές, με κορυφαίο τον δικό μας Καρυωτάκη. Παράξενα οράματα βρίθουν από αναφορές σε κυρίαρχες εικόνες από παγκόσμιους θρυλικούς μύθους, όπως ο έρωτας του Φάωνα στη Λευκάδα, ινδικούς μύθους για τον Έρωτα που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον ποταμό Γάγγη αλλά και πολλαπλές αναφορές στη χριστιανική διδασκαλία του Μίλτωνα, παραπομπές στη Βίβλο και το Κοράνι.

b-1

Πολύφερνος έτσι λεκτικά και σημασιολογικά, ο Πόε εισβάλλει στα γράμματα της Νέας Αγγλίας και ταράζει το λογοτεχνικό και ποιητικό σύμπαν: δεν είναι να απορείς που ο Μέλβιλ είναι ο ιδανικός συνομιλητής του. Είναι βέβαιο πως οι Αμερικανοί ρομαντικοί, επαναστάτες, ακόμα και σύγχρονοι ρέμπελοι δεν θα ανακάλυπταν τη βιωμένη εμπειρία της ποιήσεως και την αρχή της αναπόλησης αν δεν είχε περάσει ο Πόε από τα μέρη τους. Πολύ λυρικός για να είναι Αμερικανός, πολύ απόλυτος για να μπορέσει να χωρέσει στα κλειστά σπάργανα του ωφελιμισμού – κι αυτό το ήξερε ο ίδιος καλά. Στα κριτικά του δοκίμια επέμενε πως τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα παραμένουν γι' αυτόν πάντα ανοιχτά, κόντρα στην αμερικανική πεποίθηση που ανέκαθεν διεκδικούσε το βέλτιστο αποτέλεσμα και την ευτυχία – εδώ, αντί για απάντηση και λύση, ζωντανό παραμένει μονάχα το μυστήριο. Ένας ανεξιχνίαστος καπνός καλύπτει τα άσματα του Καθαρτηρίου που είναι ο τόπος στον οποίο παραμένει ο ίδιος εγκλωβισμένος ως ποιητής μέχρι τέλους, με αποτέλεσμα το ποιητικό ταξίδι του να καταλήγει να είναι μια ατελεύτητη Νέκυια: «Μα στις λίμνες πλάι που απλώνουν / τα νεκρά, έρημα νερά τους-/ τα θλιμμένα τα νερά τους / παγωμένα από το χιόνι / κρίνων που σ' εκείνα γέρνουν-/ μέσα σ' όρη και ποτάμια-/ που συνέχεια ψιθυρίζουν-/ και σε δάση και σε βάλτους / που φωλιάζουν τα βατράχια / και σε λίμνες στοιχειωμένες / και στα βέβηλα τα μέρη-/ στις μελάγχολες τις κόχες-/ εκεί βλέπει ο ταξιδιώτης / μνήμες από το παρελθόν του / μες σε σάβανα ντυμένες / μνήμες που τον προσπερνάνε / συνεχώς και αναστενάζουν-/ ήσκιους φίλων πεπλοφόρους / φίλων που έχουνε πεθάνει» γράφει ο ποιητής στον «Δήμο Ονείρων».

 

b-2

Αυτό είναι το μόνιμο ζήτημα που επανέρχεται ξανά και ξανά, καθώς, ακόμα κι αν απαντήσουμε στο μήνυμα της Σφίγγας, ποτέ δεν θα βγούμε κερδισμένοι στη μάχη με τον θάνατο. Αυτός θα παραμονεύει, αφήνοντας τα μυστήρια άλυτα και τα ερωτήματα ανοιχτά. Εξού και ότι ο Πόε «δεν ανέθεσε ποτέ στον chevalier Ωγκύστ Ντυπέν να διαλευκάνει τον παμπάλαιο φόνο του Ανθρώπου του Πλήθους ή να δώσει μια εξήγηση για φάντασμα που, μες στο μαυροκόκκινο δωμάτιο, κεραυνοβόλησε τον μασκοφόρο πρίγκιπα Πρόσπερο» όπως θα γράψει μετέπειτα ο Χόρχε Λούις Μπόρχες (Δοκίμια, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Ανοιχτά και άλυτα, σπαρακτικά και παράφορα, τα μυστηριώδη όνειρα που κατέγραψε ο Πόε στα ποιήματα και στις εξίσου ονειρικές ιστορίες του ήταν απλώς απεικάσματα της ίδιας της ζωής του. Στις γωνιές της πραγματικότητας ο θάνατος θα κατισχύει πάντα, αφήνοντάς τον ορφανό από τους δυο γονείς και στερημένο από την αγαπημένη του σύζυγο, με αποτέλεσμα πολύ σύντομα να βρεθεί να δίνει άνιση μάχη με τους δαίμονες, το αλκοόλ και τους νεκρούς του. Όχι τυχαία, κανείς δεν θα καταφέρει να εξιχνιάσει γιατί ο θάνατος τον πήρε επίσης πολύ γρήγορα από τη ζωή, μόλις στα σαράντα του χρόνια, στερώντας τόσες άλλες δυνατότητες φασματικής, ενδελεχούς και ενδοσκοπικής ενατένισης. Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, εγκαινιάζοντας δυναμικά με τη γέννησή του αλλά και σφραγίζοντας τον 19ο αιώνα, υπήρξε ο ιδρυτής της αστυνομικής λογοτεχνίας και ο εκπρόσωπος της πιο ερμητικής ποίησης – το ποιητικό του σθένος απόλυτο, το όνομά του αλησμόνητο. Το σκοτεινό του όραμα καταυγάζει τους αιώνες.

Πηγή: www.lifo.gr

 

Μια υπό έκδοση βιογραφία φέρνει νέα στοιχεία στο φως για το τι ακριβώς συνέβη ανάμεσα στην Πλαθ και τον Χιουζ το μοιραίο σαββατοκύριακο της αυτοκτονίας της.

ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ για το  www.lifo.gr 

sylvia-plath-culturecy

 

Λίγοι έρωτες, θάνατοι, ποιητικά κρεσέντο στοιχειώνουν τον κόσμο για πάντα, όπως αυτός της Σύλβια Πλαθ και του Τεντ Χιουζ: προσθέτοντας κι άλλα στοιχεία στη μυθολογία του άδοξου αμόρε μια νέα βιογραφία επαναφέρει το θέμα στην επικαιρότητα. Σύμφωνα με την ανεπίσημη βιογραφία του Τεντ Χιουζ που αναμένεται να κυκλοφορήσει την ερχόμενη βδομάδα γραμμένη από τον Οξφορδιανό Σερ Τζόναθαν Μπέιτ, υπήρξε μια μοιραία καθοριστική συνάντηση ανάμεσα στην Πλαθ και τον Χιουζ πριν τη μοιραία αυτοκτονία-κάτι που αποδεικνύει και το ποίημα του Χιουζ "Last Letter". Αποκωδικοποιώντας το γράμμα και επικαλούμενος ανέκδοτες μαρτυρίες και πρόσβαση στα ημερολόγια του δαφνοστεφανωμένου ποιητή ο Μπέιτ αναφέρεται στο μοιραίο βράδυ της αυτοκτονίας: εκείνο το βράδυ ο Χιουζ βρισκόταν με την τότε ερωμένη του Σούζαν Άλιστον. Κι όχι οπουδήποτε: στο νυφικό του κρεβάτι, σε εκείνο που συμβολοποιούσε τη χαμένη ευτυχία του με την αυτόχειρα καθώς φιλοξένησε για χρόνια τις ερωτικές τους νύχτες. Προηγουμένως είχε λάβει ένα γράμμα από την ποιήτρια που τον είχε αναγκάσει να τρέξει να τη βρει συναντώντας την για τελευταία φορά. Χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Και με τον ίδιο να επιστρέφει στην αγκαλιά της ερωμένης του.

Τουλάχιστον όλα αυτές τις καυτές λεπτομέρειες παραθέτουν στο σχετικό δημοσίευμα οι "Sunday Times" ενισχύοντας το σχετικό αποκαλυπτικό κείμενο με αυξημένες δόσεις ενοχοποίησης του Χιουζ. Τα νέα δεδομένα για την καυτή βραδιά που πέρασε ο Χιουζ με την τότε ερωμένη του τη στιγμή που η Πλαθ σχεδίαζε την αυτοκτονία της συνοδεύουν μια σειρά από λεπτομέρειες που μεταμορφώνουν την ιστορία σε κυριακάτικο ανάγνωσμα για τα αναγνωστικά πλήθη. Ο Τεντ Χιουζ είναι ο άκαρδος σύζυγος που μίανε τη συζυγική κλίνη αλλά και αυτός που είχε το θράσος να ομολογήσει την πράξη του στο γράμμα "Last Letter". «Τι όμως συνέβη εκείνη τη νύχτα; Την τελευταία σας νύχτα;» αναφέρει ο ποιητής επικαλούμενος εκείνη τη μοιραία συνάντηση. Είχε πάει να βρει τη Σύλβια Πλαθ στο σπίτι όπου διέμενε με τα δυο τους παιδιά ύστερα από το τελευταίο γράμμα χωρισμού που του είχε στείλει. Αυτή ήταν και η τελευταία συνάντηση-την επόμενη η Πλαθ προσπάθησε να τον βρει στο διαμέρισμα του στο Λονδίνο αλλά απάντησε η τότε ερωμένη του Άλιστον. Σύμφωνα με τα στοιχεία από το ημερολόγια της Άλιστον και τα ημερολόγια του Χιουζ, που τώρα φέρνει στο φως η υπό έκδοση βιογραφία, ο ποιητής είχε μεταφέρει στην ερωμένη του ότι θα κατάφερνε να ηρεμήσει την Πλαθ. Τη Δευτέρα ωστόσο έμαθε ότι η Σύλβια Πλαθ ήταν νεκρή: αφού είχε ταΐσει με τελετουργικό τρόπο τα παιδιά και είχε αφήσει το γάλα της στο κομοδίνο, και είχε βάλει το κεφάλι της στο φούρνο. Ο θάνατος δεν στοίχισε μόνο στον Τεντ Χιουζ αλλά ήταν κάτι που δεν ξεπέρασε ποτέ: «Όσο και αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να ξεφύγει ποτέ από αυτό».

 

sylvia-plath-2-culturecy

 

 

 Ακόμα και αν αυτά ακούγονται αρκούντως αποκαλυπτικά και δευτερεύοντα ενδεχομένως για το ποιητικό έργο του Χιουζ αφού το βιβλίο του Μπέιτ δεν έτυχε της επίσημης έγκρισης, προσφέρουν μπόλικο αλατοπίπερο στο μοιραίο δράμα που στοιχειώνει το λογοτεχνικό κόσμο εδώ και χρόνια. Το όμορφο κορίτσι που είδε τις "ώρες της να νυμφεύονται τη σκιά" δεσπόζει στο λογοτεχνικό ασυνείδητο με τα δηλητηριώδη στοιχεία να αμαυρώνουν διαρκώς τη φήμη του δαφνοστεφανωμένου Χιουζ. Παραδόξως ακόμα και η φήμη του Χιουζ που θέλει το συμβολοποιημένο ποιητικό του σύμπαν να έχει μεταλλάξει τον αγγλοσαξωνικό ποιητικό κόσμο έχει αρκούντως υποβαθμιστεί εξαιτίας του δεσπόζοντος θανάτου της Πλαθ. Ακόμα και η υπό έκδοση βιογραφία που αφορά τη ζωή του φαίνεται να ρίχνει βάρος στις τελευταίες ώρες του με την εγκαταλελειμμένη σύζυγο-κι όχι στο ποιητικό-λογοτεχνικό του έργο. Ο βιογράφος βέβαια ισχυρίζεται πως "είχε πλήρη πρόσβαση που δεν είχαν άλλοι βιογράφοι" στα αρχεία του Χιουζ στην Αμερική καθώς και σε υλικό που έχει στην κατοχή της η Βρετανική Βιβλιοθήκη και δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Ρηξικέλευθες είναι και οι ερμηνείες του όπως εκείνες του ποιήματος "Last Letter" που αναφέρονται σε λεπτομέρειες εκείνης της συνάντησης το σαββατοκύριακο του θανάτου της ποιήτριας. Τουλάχιστον στο συγκεκριμένο ποίημα και στην εκτίμησή του από τον βιογράφο του Χιουζ αναφέρεται σε πρόσφατο δημοσίευμα της η Guardian που θέλησε με εύσχημο τρόπο να μην ασχημονήσει εις βάρος του ποιητή. Αναφέρεται δε σε προηγούμενη αναδημοσίευση του "Last Letter", όταν είχε δει το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά το 2010 στο New Statement, όπου η Guardian προφητικά διέβλεπε ότι το συγκεκριμένο ποίημα αποτελούσε σημαντικό υλικό για μελλοντική βιογραφία:

"Χτες το απόγευμα Παρασκευή, ήταν η τελευταία φορά που σε έβλεπα ζωντανή να καις το γράμμα που μου έστειλες με αυτό το παράδοξο μειδίαμα"

μας αναφέρει χαρακτηριστικά το ποίημα που φαντάζει περισσότερο με εξομολόγηση παρά με απόπειρα ποιητικής καταγραφής-εξου και το ότι παρέμενε ανέκδοτο ως ημιτελές. Εκεί ο ποιητής παραδέχεται πως:

"Πέρασα με τη Σούζαν εκείνη τη βραδιά στο νυφικό κρεβάτι. Δεν το είχα ξαναδεί από τότε που περάσαμε μαζί την πρώτη νύχτα γάμου δεν την πήρα στο δικό μου κρεβάτι γιατί μου πέρασε από το μυαλό ότι θα εμφανιζόσουν μια επίσκεψη-έκπληξη. Θα εμφανιζόσουν να μου χτυπήσεις το σκοτεινό παράθυρο; Οπότε έμεινα με τη Σούζαν για να σου κρυφτώ στο νυφικό μας κρεβάτι το ίδιο από όπου θα την έπαιρνα τρία χρόνια αργότερα για να πεθάνει στο ίδιο νοσοκομείο όπου μέσα σε δώδεκα ώρες θα σε έβρισκαν νεκρή"

Μια συγκλονιστική ομολογία που προσιδιάζει στο ύφος των υπόλοιπων ποιημάτων της συλλογής "Γράμματα Γενεθλίων" όπου ο Χιουζ ουσιαστικά αφηγείται αυτό το ατελείωτο παιχνίδι έρωτα και θανάτου ανάμεσα στους δυο ποιητές (κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μελάνι). Ένα αμόρε το οποίο θα διοχετεύει ατελείωτα θραύσματα στο κυρίαρχο μύθο, με τις άτακτες λεπτομέρειες να μπαίνουν διαρκώς σε άλλη σειρά, να ξαναβγαίνουν από τα σκονισμένα μισοφωτισμένα ράφια, από τα κρυμμένα σιτάρια και να παίρνουν τη δική τους θέση στις λογοτεχνικές αφηγήσεις με έναν τρόπο σχεδόν μεταφυσικό. Παραμένει, καθώς φαίνεται, αξέχαστο το κορίτσι που έφυγε "μετρώντας τα κόκκινα άστρα και εκείνα που έχουν το χρώμα του δαμάσκηνου" με τη φιγούρα της θυσιασμένη στον έρωτα και την οδύνη να διαπερνάει ακόμα το λογοτεχνικό ασυνείδητο και το ασυνείδητο του κόσμου. Ποτέ μια βιογραφία για την Πλαθ ή τον Χιουζ δεν είναι αρκετή-αλλά πάντα προσθέτει ένα μικρό λιθαράκι στην αιωνιότητα.

ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αισθητική (Essex) και στην Πολιτική Θεωρία (LSE). Μετάφρασε βιβλία αγαπημένων της συγγραφέων (όπως Ντελέζ και Χόμπσμπαουμ) και από το 2000 έχει την ευτυχία να δημοσιογραφεί σε περιοδικά κι εφημερίδες.

 

852870 Mandilara-WEB

Το έργο του μεγάλου Αργεντινού λογοτέχνη, δοκιμιογράφου, φιλοσόφου και ποιητή εκδίδεται στα ελληνικά σε αριστουργηματικές μεταφράσεις

Της Τίνας Μανδηλάρα για το www.lifo.gr 

Η γραφή και ο τρόπος του Μπόρχες δεν έχει προηγούμενο: ως Αργεντινός αγάπησε κάθε μικρή λαϊκή ιστορία του τόπου του αλλά γνώρισε σε βάθος την αγγλοσαξονική θεωρία. Γεύτηκε κάθε γωνιά του κειμένου –κώδικες, παπύρους, επείσακτα παραμύθια–, έγινε ταυτόχρονα φιλόσοφος και ποιητής, ταξίδεψε, κατέγραψε κάθε στοιχείο που μπορούσε να ενώσει τη βιωμένη πραγματικότητα με τη σκέψη. Έγινε λυρικός, παράφορος και ακριβής, έβαλε την ποίηση στα μαθηματικά και τη μεταφορά στην κυριολεξία, κατέληγε να είναι πάντα ένας άλλος από αυτό που όλοι περίμεναν και από την ταυτότητα που ο ίδιος προσδοκούσε για τον εαυτό του. Δεν ανήκε ποτέ σε κάποια «σχολή» ούτε αγαπούσε την κλειστή θεωρία ίσως γιατί το απόλυτο ιδανικό του παρέμενε πάντα αυτό του ανέστιου ιδαλγού που περιφερόταν με άνεση ανάμεσα στα κείμενα και τίναζε στον αέρα προσδοκίες και κατηγοριοποιήσεις. Το θέμα του, άλλωστε, δεν ήταν η μικρή απόσταση που χωρίζει τη μορφή από το περιεχόμενο ή η αναζήτηση της ουσίας του κειμένου αλλά η λειτουργία του: το να μπορέσει δηλαδή να απελευθερώσει την ενέργεια που απλώνεται στον χώρο και στον χρόνο και το μετασχηματίζει σε ζωτική ορμή –κατά τον αγαπημένο του Μπερξόν– και ορμητική λάβρα. «Τα κλειστά κείμενα έχουν να κάνουν με τη θρησκεία ή την κόπωση» γράφει ορθά στα Δοκίμια, καταργώντας τη σημασιολογική ανάλυση και εισάγοντας στην καρδιά της λογοτεχνίας τις μαθηματικές αρχές της εντροπίας. Και από εδώ ακριβώς ξεκινά –κάπου στη μέση του εκφραστικού κόσμου, στο μεταίχμιο του τέλους με την αρχή– η ανάγνωση ή, καλύτερα, το συναρπαστικό ταξίδι στον κόσμο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Τα Δοκίμιά του –που κυκλοφορούν σε δύο τόμους από τις εκδόσεις Πατάκη, σε πολύτιμη απόδοση του φίλου του Μπόρχες και μεταφραστή Αχιλλέα Κυριακίδη– ανιχνεύουν τον τρόπο που εξυφαίνει ο λογοτέχνης, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος και ποιητής, σαν μια πολύτιμη δαντέλα, στις ακρώρειες του σύμπαντος το ατελείωτο κείμενό του. Ξέρει, άλλωστε, πως ο ίλιγγος που θα νιώσει ο αναγνώστης καθώς θα προσπαθήσει να εκμηδενίσει τις αποστάσεις ανάμεσα στις διαφορετικές παραδόσεις και εκφορές είναι δεδομένος, αλλά όταν θα απαλλαγεί από τα στεγανά –της μετάφρασης, της αποκωδικοποίησης, του ορθού και του λάθους– θα γευτεί τη μαγεία. Σπάζοντας τον κώδικα, θα μπει στον καρπό και στην ουσία, θα νιώσει τη γεύση, θα αφεθεί στο σύμπαν. Μόνο τότε, όταν ακραγγίξει τη στιγμή που κλείνει μέσα της όλες τις λεπτομέρειες του σύμπαντος, θα δει την αιωνιότητα: γιατί «χωρίς την αιωνιότητα, χωρίς έναν μυστικό και λεπτεπίλεπτο καθρέφτη αυτών που πέρασαν απ' τις ψυχές, η παγκόσμια ιστορία είναι χαμένος χρόνος – μαζί της, και η προσωπική μας ιστορία, κάτι που δεν είναι και πολύ ευχάριστο, γιατί μας υποβιβάζει σε φαντάσματα». Για τον ποιητή, φιλόσοφο-λογοτέχνη και, κυρίως, δημιουργό, η αιωνιότητα δεν μπορεί να διασωθεί αλλά ούτε και να αφεθεί αποκλειστικά στην ποταπή χρονική συνθήκη. Ενυπάρχει στη λεπτομέρεια κάθε κειμένου και κάθε βιώματος, στην προσθήκη που βάζει ο μεταφραστής επηρεασμένος από τη δόλια επιθυμία του, στις παρερμηνείες που κάνει και στα λάθη, σε εξωλογικές καταστάσεις όπως ο πόθος που νιώθουν οι πόρνες στα χαμαιτυπεία, στα απόλυτα πάθη που εκφράζει το ταγκό. «Το στυλ του πόθου είναι η αιωνιότητα» γράφει ο Μπόρχες και ο πόθος δεν λαθεύει ποτέ. Αλλά και «η ζωή είναι πολύ φτωχή για να μην είναι αθάνατη» και γι' αυτό ακριβώς έχει ανάγκη από τις πολύτιμες προσθήκες που θέτει η δύναμη της μεταφοράς μέσα από προφορικές αφηγήσεις και τα κείμενα – όχι από τις θεωρίες. Εξού και το ότι ο ίδιος ποτέ δεν προκρίνει μια θεωρία ως ισχύουσα ή δυνατή, φτάνοντας να προασπιστεί με κάθε τρόπο τα λάθη συγκεκριμένων αποδόσεων: υπερασπίζεται, για παράδειγμα, τις λάθος αποδόσεις του Μπέρτον, του Λέιν ή του Γκαλλάν στις Χίλιες και μία νύχτες ακριβώς γιατί αποκαλύπτουν τους διαφορετικούς κόσμους που τις δημιούργησαν ή αντιλαμβάνεται και καταγράφει τις διαφορετικές κοσμοθεωρίες στην απόδοση των ομηρικών έργων. Το μυθιστόρημα, όπως και η μετάφραση, πρέπει να είναι «ένας συγκροτημένος συνδυασμός επαγρυπνήσεων, συγγενειών και αντηχήσεων» και όχι ένα βαρετό οριοθετημένο δίλημμα ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος. Άλλωστε τίποτα δεν είναι ποτέ αυτό που φαίνεται για τον Μπόρχες και ο κόσμος δεν αρχίζει και δεν τελειώνει εκεί που βλέπουμε. Το παράδοξο λειτουργεί εξίσου με το πραγματικό, το αντιληπτό με το μεταφορικό. Το απόλυτο υπάρχει στο λίγο και το λίγο αναπαράγει την αιωνιότητα στις στιγμές του – γι' αυτό και ο ίδιος δείχνει να αγαπάει τόσο τους Γνωστικούς ταυτόχρονα με τους μαθηματικούς του Μεσαίωνα. Σημασία δεν έχει να κατακρίνεις ή να επεξηγείς το παράλογο αλλά να βλέπεις τι είναι αυτό που το μετέτρεψε σε θεωρία, ποιο πάθος το οδήγησε στο να θέλει να ωριμάσει: «Άλλο πράγμα είναι η αφηρημένη θεωρία της θεϊκής ενότητας και άλλο η ριπή του ανέμου που ξεσήκωσε κάποιους Άραβες βοσκούς από την έρημο και τους έριξε σε μια μάχη που δεν έληξε ακόμα και που έφτανε απ' την Ακουιτανία ως τον Γάγγη» γράφει χαρακτηριστικά αναφερόμενος στον Ουόλτ Ουίτμαν, «που ήθελε να πλάσει έναν ιδεώδη δημοκράτη, όχι να διατυπώσει μια θεωρία».

Για τον ίδιο λόγο δείχνει ξεχωριστή αδυναμία στον Φλωμπέρ, ο οποίος, παρότι «σφυρηλάτησε το ρεαλιστικό μυθιστόρημα με τη Μαντάμ Μποβαρί, ήταν ο πρώτος που το διέρρηξε», με ύψιστο παράδειγμα το άκρως γκροτέσκο Μπουβάρ και Πεκυσέ, το οποίο αποκάλυψε την αδυναμία της γνώσης να γραπώσει την πραγματικότητα – πόσο μάλλον το αιώνιο. Ο Μπόρχες προσδίδει στον Φλωμπέρ αρχετυπικά χαρακτηριστικά, παρομοιάζοντάς τον με τον Πίνδαρο: «Με αυτό τον ιερατικό ποιητή που παρομοίασε τις ωδές του με πλακόστρωτους δρόμους, με μια παλίρροια, με χρυσελεφάντινα γλυπτά και με κτίρια και είχε τη συναίσθηση ότι ενσάρκωνε την αξιότητα της θεραπείας των γραμμάτων». Ίσως αυτός τελικά να είναι και ο ρόλος που ανέλαβε ο Μπόρχες για τον εαυτό του – θεραπευτικός με την αρχαιοελληνική έννοια της παρηγοριάς απέναντι στην αδυναμία του ανθρώπου να γίνει ένα με το άφατο, το καθολικό και το αιώνιο. Ένας αόρατος ιχνηλάτης που τρύπωσε μέσα στα κείμενα και μετέφερε σχεδόν διαισθητικά –δεν είναι τυχαίο ότι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε τυφλός– αυτό που θέλουν να συλλάβουν, αλλά ποτέ δεν μπορούν με ακρίβεια οι λέξεις. Στον βαθμό που η αλήθεια δεν είναι ποτέ εφικτή και η παγκόσμια ιστορία δεν συνεχίζεται από τα γεγονότα αλλά από τις μεταφορικές της μετατοπίσεις, ξέρει πως ο ίδιος, ως αναγνώστης, είναι καταδικασμένος να περιφέρεται ανάμεσά τους σαν ζαλισμένος Δον Κιχώτης. Ποτέ δεν θα ξέρει αν κυνηγάει ανεμόμυλους ή αν αυτά που συλλαμβάνει είναι πραγματικά – «Οι προθάλαμοι συγχέονται με τους καθρέφτες, το προσωπείο είναι κάτω από το πρόσωπο, κανείς δεν ξέρει ποιος είναι ο πραγματικός άνθρωπος και ποια τα είδωλά του. Κι ωστόσο, τίποτα δεν έχει σημασία. Αυτή η αταξία είναι συνηθισμένη και καλόδεχτη, σαν εκείνα τα οράματα μεταξύ ύπνου και ξύπνου». Μέσα στην ιλλιγιώδη συνθήκη της ζωής που έζησε ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες και αυτής που βρήκε μέσα στα κείμενα τα πάντα θα είναι τόσο απτά όσο και μυστηριώδη. Πέθανε στις 14 Ιουνίου του 1986 στη Γενεύη, τάφηκε στο Μπουένος Άιρες και δεν τιμήθηκε ποτέ με το βραβείο Νόμπελ, ίσως γιατί η πραγματικότητα ποτέ δεν τον χώρεσε. Ήταν απλώς σπουδαίος. Ο σπουδαιότερος όλων.

Η ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αισθητική (Essex) και στην Πολιτική Θεωρία (LSE). Μετάφρασε βιβλία αγαπημένων της συγγραφέων (όπως Ντελέζ και Χόμπσμπαουμ) και από το 2000 έχει την ευτυχία να δημοσιογραφεί σε περιοδικά κι εφημερίδες.

maria ioannou kazani cover culturecy

 

Γράφει η Αίγλη Τούμπα για το Παράθυρο

 

Η Μαρία Α. Ιωάννου δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις… Είναι γνώριμη στα λημέρια των σελίδων του ΠΑΡΑΘΥΡΟΥ από τα «Σημεία στίξης».

Αυτό όμως που θα πρέπει να σας συστήσω είναι το ολοκαίνουργιό της βιβλίο με τίτλο «Καζάνι», ένα καζάνι που όλα μέσα χωρούν, και οι 16 ιστορίες που το αποτελούν, αφού πρόκειται για μια ξεχωριστή συλλογή διηγημάτων με ήρωες ένα μυρμήγκι, ένα καρότσι, ένα ρόπαλο, δύο κάκτους, ένα βιβλίο…

Πράγματα καθημερινά που βλέπουμε και προσπερνάμε χωρίς να μας ενδιαφέρει η δική τους ιστορία. Με την προσωπική της ματιά, η συγγραφέας τους δίνει υπόσταση τοποθετώντας τους ως ήρωες μέσα σε καθημερινές ιστορίες, ενώ οι σκηνές ξεδιπλώνονται μπροστά στον αναγνώστη με ωριμότητα και χειμαρρώδη λόγο, χωρίς κανένα ταμπού και περιστροφές, μέσα από τη γλώσσα του σουρεαλισμού και του παράδοξου, ένας τεχνικός μικρόκοσμος ανατρέπει και ανατρέπεται μέσα στις σελίδες.

Μέσα στο καζάνι που με μαεστρία και κινηματογραφική γραφή η συγγραφέας ανακατεύει με οδηγό την αισιοδοξία, της ξεφεύγει μια ιστορία για να συμπληρώσει το παζλ των σκέψεών της… Την ονομάζει Appendix και δρα σαν παρατηρητής. Είναι, θα έλεγα, το κουμπί σε έναν ανεμιστήρα που σταματά αυτόματα τη ροή, κατορθώνοντας να δημιουργήσει μια δεύτερη ροή και να καθοδηγήσει και να συμπληρώσει τις σκέψεις.

Αποποιούμενη τον κλασικό τρόπο γραφής, σε μια συνέχεια αναζητήσεων μετά το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας», μιας βλεφαρίδας που πέφτει από ύψος ενός μέτρου και 65 εκατοστών και καταλήγε το 2011 στο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας Πρωτοεμφανιζόμενης Συγγραφέα, η Μαρία Ιωάννου έκανε ακόμη ένα άλμα προς τα εμπρός με τις λογοτεχνικές της ανησυχίες.

Δεν ακολουθεί την πεπατημένη οδό ούτε και σε αυτό το βιβλίο της, αλλά με ωριμότητα, φαντασία, επιδέξια χρήση της ελληνικής γλώσσας και με ευρηματικότητα τοποθετεί τον αναγνώστη σε σημεία που δεν τα βάζει ο νους του και μέσα από την ιστορία-ταλαιπωρία των ηρώων αναφύει και ένα πρόβλημα της σημερινής κοινωνίας: οι οικονομικοί μετανάστες, η διαβίωση και η εκμετάλλευσή τους, οι ανθρώπινες σχέσεις, οι χωρισμοί, η μοναξιά είναι μερικά από τα θέματα που θίγει μέσα από τις σελίδες των έργων της:

Kούκλα [απόσπασμα]

Τον είδε γερμένο στην είσοδο να την περιμένει. Η έκπληξη τώρα παντού στο πρόσωπό του. Το βλέμμα του για πρώτη φορά να ξεκινά από κάτω προς τα πάνω, όχι όμως βλέμμα θαυμασμού, τρομοκρατημένο. Στο βάθος η άλλη, να κάθεται σαν βασίλισσα στον καναπέ του. Δεν ήταν όμως σίγουρη, ήταν φιγούρα πραγματικά ή σκιά;

- Γιατί;

- Για να της μοιάσω!

- Ποιας;

- Της Ρωσίδας.

Είδε τα μάτια του να βουρκώνουν, όπως βουρκώνει κανείς όταν ξέρει πως σ’ έχει καταστρέψει. Θέλησε να λιποθυμήσει στην αγκαλιά του. Να τον μυρίσει έστω για τελευταία φορά.

Τα πλαστικά της γόνατα δεν το επέτρεπαν. Δεν έβαλε βίδες στις κλειδώσεις, για να μη λυγίσει.

Cactus Belli [απόσπασμα]

Δυο κάκτοι βρικόλακες. Φοβούνται το νερό, όπως πια φοβούνται τα ίδια τ’ αγκάθια. Κι η γλάστρα φοβάται. Το υπερβολικό τους βάρος. Το σώμα που γέρνει. Την ενοχλητική αίσθηση μιας τετελεσμένης σχέσης.

Κι αν είναι κανείς τυχερός, να δει μετά από χρόνια το θάνατο ενός κάκτου, θα δει μια γλάστρα να χάνει την ισορροπία της και να σπάει σε κομμάτια…

Και μια αγκαλιά. Μια αιχμηρή αγκαλιά να τους λυτρώνει.

 

Καζάνι - Κριτικές από το https://kazaninefeli.wordpress.com

Κόψτε έναν άνθρωπο προσεχτικά σε όσο το δυνατόν ομοιόμορφα κομμάτια. Πετάξτε ό,τι περισσεύει ή χρησιμοποιήστε το αργότερα για ζωμό. Γεμίστε του την κοιλιά με σκέψεις και διαφόρων ειδών άλλα βαρίδια. Ράψτε τον καλά με ελπιδοφόρο και πολλά υποσχόμενο νήμα. Πασαλείψτε τον με μισή πρέζα αγάπης και καναδυό θρυμματισμένες λέξεις. Χύστε κι ένα καλά γεμάτο ποτήρι απελπισία. Και μαύρο χιούμορ αν έχετε. Προσέξτε τις μύγες και ο,τιδήποτε ιπτάμενο περιφέρεται από πάνω του. Τοποθετήστε τον στο ψυγείο για όσο νομίζετε. Βάλτε τον στο καζάνι σε όσους βαθμούς θέλετε. Αφήστε τον να ψηθεί αργά, στα ζουμιά του. Αν ενώ ψήνεται χαμογελά μην ανησυχήσετε. Ανεβάστε λίγο τη θερμοκρασία. (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Οι χαρακτήρες της συλλογής, κοχλάζοντας, γεμίζουν τον τόπο πιτσιλιές. Μια συλλογή ασφυκτική και ταυτόχρονα ασφυκτικά χαριτωμένη, σε ταλάντευση ανάμεσα στον ωμό και το μαγικό ρεαλισμό. Ποιητικά πεζή και παράλογα διαδραστική, όπως και η ίδια η ζωή. Ο αναγνώστης παρασύρεται κινηματογραφικά στην αφήγηση, μέσα από έναν λόγο που άλλοτε ρέει σαν χείμαρρος και άλλοτε εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Το μόνο διήγημα που γλυτώνει από το καζάνι βρίσκει καταφύγιο στο Appendix, ως απλός παρατηρητής των σκοτεινών στροβιλισμών των υπόλοιπων διηγημάτων. 16 διηγήματα. Και 3 σύντομα άτιτλα να διακόπτουν σαν ανάσες τη διαδρομή. Μια τηλεόραση δολοφονείται. Ο Δημοσθένης ζει μ’ ένα ρόπαλο. Ο τυφλός Αιμίλιος κάνει ζάπινγκ. Δυο κάκτοι σιαμαίοι αυτοκτονούν. Μια γυναίκα κουβαλά μαζί της μια προεξοχή. Μια άλλη θέλει να διαολοστείλει την ομοιοκαταληξία. Την ίδια στιγμή, μια κορνίζα γίνεται ο μάρτυρας ενός αποκεφαλισμού. Ένας λογοτεχνικός μικρόκοσμος που ανατρέπει και ανατρέπεται από σελίδα σε σελίδα. Κι αν και το ΚΑΖΑΝΙ αντιστέκεται στην αισιοδοξία, συνεχίζει, κόντρα στο ρέμα, να οδεύει προς αυτήν.

 

maria-a-ioannou-culturecy

 

Η Μαρία Α. Ιωάννου γεννήθηκε το 1982 στη Λεμεσό. Σπούδασε αγγλική λογοτεχνία και λογοτεχνία του 20ου αιώνα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το διήγημά της με τίτλο Standing Mountain έχει βραβευθεί στον παγκόσμιο διαγωνισμό Sea of Words του Anna Lindh Foundation και του IEmed το 2008. Εκπροσώπησε την Κύπρο στη 14η Μπιενάλε νέων δημιουργών Ευρώπης και Μεσογείου το 2009, ενώ διάφορα άλλα έργα της έχουν διακριθεί σε τοπικούς και διεθνείς διαγωνισμούς συγγραφής και έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες, λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Τον Ιούλιο του 2011 εξέδωσε την πρώτη της συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης). Η συλλογή τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη στα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας Κύπρου και επιλέγηκε να παρουσιαστεί στο φεστιβάλ Πρώτου Βιβλίου Βουδαπέστης και στο φεστιβάλ Διηγηματογραφίας Κικίντα στη Σερβία. Το 2013 ίδρυσε το ετήσιο φεστιβάλ εναλλακτικών λογοτεχνικών αναγνώσεων ΣΑΡΔΑΜ.

Η δεύτερή της συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Καζάνι» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Νεφέλη (Αθήνα, 2015).

Μάης 1936. Οι καπνεργάτες προλετάριοι της Θεσσαλονίκης απεργούν και διαδηλώνουν διεκδικώντας καλύτερη ζωή. Μέρα με τη μέρα εργάτες και από άλλους κλάδους ξεχύνονται σαν ποτάμια στους δρόμους. Οι χωροφύλακες του Μεταξά πυροβολούν στο ψαχνό. Στις 9 Μάη το αίμα δέκα εργατών βάφει τους δρόμους. Από τις σφαίρες πρώτος πέφτει νεκρός ο αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Ο θρήνος της μάνας του «αποτυπώνεται» στη φωτογραφία που θα δημοσιευτεί την επόμενη μέρα στον Ριζοσπάστη, και περνάει στην αιωνιότητα μέσα από τους στίχους του «Επιτάφιου» του Γιάννη Ρίτσου.

Η πρώτη δημοσίευση του «Επιτάφιου» έγινε στις 12 Μάη στον Ριζοσπάστη και είχε τη μορφή τριών ποιημάτων με τον τίτλο «Μοιρολόι» και υπότιτλο «Στους ηρωικούς εργάτες της Θεσσαλονίκης». Λίγες μέρες αργότερα ο Ριζοσπάστης αναγγέλλει τη δημοσίευση ενός τέταρτου ποιήματος του «Επιτάφιου» στο περιοδικό της ΟΚΝΕ «Νεολαία». Και στις 8 Ιούνη του 1936 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ριζοσπάστη ο «Επιτάφιος – Τραγούδια για το μακελειό της Θεσσαλονίκης», με την προσθήκη στα αρχικά ποιήματα και άλλων (σύνολο 14) που στο μεταξύ είχε στείλει ο Ρίτσος στην εφημερίδα. Η δεύτερη έκδοση έγινε το 1956 από τις εκδόσεις «Κέδρος» και σε αυτή συμπεριλήφθηκαν ακόμα 6 ποιήματα, κάτω από τον τίτλο «Επιτάφιος». Ο «Επιτάφιος» θα μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη, οι στίχοι του θα χιλιοτραγουδηθούν και θα δονούν για πάντα τις καρδιές αυτών που δεν σηκώνουν τ’ άδικο.

 

epitafios culturecy

 

Η μάνα πάντα αποτελούσε και αποτελεί πηγή έμπνευσης για την Τέχνη. Η λογοτεχνία, η ζωγραφική, η γλυπτική, η φωτογραφία, ο κινηματογράφος έχουν να παρουσιάσουν πολλά και σπουδαία έργα αφιερωμένα στον πόνο της μάνας, που συγκινούν, διεγείρουν τις αισθήσεις αλλά και τη σκέψη· άλλωστε ο σκοπός της τέχνης δεν ―θα μπορούσε να― είναι μόνο η τέρψη. Η επιλογή των έργων που παρατίθενται ανάμεσα στα είκοσι ποιήματα που απαρτίζουν τον Επιτάφιο, έγινε με καθαρά υποκειμενικά κριτήρια και με την πρόθεση να είναι αντιπροσωπευτικά του έργου. Τα εκτενή αποσπάσματα μεταφέρθηκαν από την 38η έκδοση του Κέδρου.

 

epitafios2 culturecy

 Η μάνα του δολοφονημένου καπνεργάτη Τάσου Τούση, θρηνεί πάνω απ’ το άψυχο σώμα του παιδιού της. Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη της 10/5/1936

 

Ι

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
Πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
Και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;

Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
που μάντευες τι πέρναγε κάτου απ’ το τσίνορό μου,

Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;

Πουλί μου, εσύ που μούφερνες νεράκι στην παλάμη
πως δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ’ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κ’ είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.

Δε μου μιλείς κ’ η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.

 

tassos-xilografia culturecy

Ξυλογραφία του Α. Τάσσου

 

ΙΙ

…………………………………

Με τα χεράκια σου τα δυο, τα χιλιοχαϊδεμένα,
όλη τη γης αγκάλιαζα κι όλ’ είτανε για μένα.

Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα πού θα κρατηθώ, πού θα σταθώ, πού θάμπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;

…………………………………

 

Pieta-Kefalinos

«Pieta» (1945), του Γ. Κεφαλληνού

 

ΙΙΙ

…………………………………

Χείλι μου μοσκομύριστο που ως λάλαγες ανθίζαν
λιθάρια και ξερόδεντρα κι αηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιά σαν τα στρωτά φτερούγια της τρυγόνας
που πάνωθέ τους κόπαζε κ’ η πίκρα μου κι ο αγώνας,

…………………………………

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ’ ευωδιαστό μου δάσο,
πώς να πιστέψω η άμοιρη πως μπόραε να σε χάσω;

 

kokkonias

Χαρακτικό – αφιέρωμα του Γ. Φαρσακίδη στο Μπλόκο της Κοκκινιάς

 

IV

…………………………………

Γιε μου, ποια Μοίρα στόγραφε και ποια μου τόχε γράψει
τέτοιο καημό, τέτοια φωτιά στα στήθεια μου ν’ ανάψει;

…………………………………

Κι ουδέ κακόβαλα στιγμή κι ουδ’ έτρεξα ξοπίσω
τα στήθια μου να βάλω μπρος τα βόλια να κρατήσω.

Κι έφτασ’ αργά κι, ω, που ποτές μην έφτανε τέτοια ώρα
κι, ω, κάλλιο να γκρεμίζονταν στο καύκαλό μου η χώρα.

 

dimos culturecy

Ξυλογραφία του Γιώργη Δήμου


V

…………………………………

Θα καρτεράει κ’ η ρούγα μας τ’ αδρό περπάτημά σου
κ’ οι γρίλιες οι μισάνοιχτες τ’ αηδονολάλημά σου.

Και τα συντρόφια σου, καλέ, που τις βραδιές ερχόνταν
και λέαν και λέαν κι απ’ τα ίδια τους τα λόγια εφλογιζόνταν

Και μπάζανε στο σπίτι μας το φως, την πλάση ακέρια,
παιδί μου, θα σε καρτεράν να κάνετε νυχτέρια.

…………………………………

 

katraki-adreiomeni

Βάσω Κατράκη: Μάνα, θρήνος (ξυλογραφία)

 

VI

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιέ, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

……………………………………

Και μούλεες, γιέ, πως όλ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.

 

vera culturecy

Η Vera Baranovskaya στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου «Η Μάνα» του Μαξίμ Γκόρκι (1926). Σκηνοθεσία Β. Πουντόβκιν

 


VII

………………………………….

Κανείς μη γγίξει απάνω του, παιδί μου είναι δικό μου.
Σιωπή· σιωπή· κουράστηκε, κοιμάται το μωρό μου.

Ποιος μου το πήρε; Ποιος μπορεί να μου το πάρει εμένα;
Άσπρισαν τα χειλάκια του, τα μάτια του κλεισμένα.

Δόστε μου, αïτοί, νύχια, φτερά για ναν τους κυνηγήσω
και την καρδιά τους, μύγδαλο ναν τήνε ρουκανίσω.

 

alexia-tagka
Έργο της Αλεξίας Τάγκα


VIII

………………………………….

Καμιάς κοπέλας θησαυρό δε στάθηκες να πάρεις·
έφευγες πάντα εμπρός λαμπρός και πάντα καβαλλάρης.

Κ’ είταν χαρά σου να σκορπάς, και δόξα σου να παίρνουν,
ν’ ανασηκώνεις απ’ τη γης τα όσα βογγούν και γέρνουν.
………………………………….

Γιέ μου, δεν ξέρω αν πρέπει μου να σκύβω, να σπαράζω,
για πρέπει μου όρθια να σταθώ, να σε χιλιοδοξάζω.

 

kanthos culturecy

Κάνθος Τηλέμαχος: Θρήνος γυναικών (Ξυλογραφία σε πλάγιο ξύλο)


ΙΧ

……………………………..…

Κι, αχ, Θέ μου, Θέ μου, αν είσουν Θεός κι αν είμασταν παιδιά σου
θα πόναγες καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου.

Κι αν είσουν δίκαιος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.

……………………………..…

Εμείς ταγίζουμε τη ζωή στο χέρι: περιστέρι,
κ’ εμείς ούτ’ ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι.

Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ’ αργασμένα μπράτσα
και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα.

 

 

farsakidi culturecy
Μάνα». Πάνω σε στίχους του Κώστα Βάρναλη. Πυρογραφία και χρώμα του Γ. Φαρσακίδη

 

Χ

Όλα μου τάδειχνες εσύ, παιδί μου κι άρχοντά μου,
κι ως τάβλεπες όλα έφεγγαν σα νάταν σ’ ώρα γάμου.

Κι όλα κοντά μου τάφερνες, γνέφια, πουλιά κι αστέρια,
πούλεγα κ’ έτσι νάκανα θα τάπιανα στα χέρια.

………………….……………

Κ’ έτσι στητός μου φαίνοσουν του κόσμου όλου πατέρας
και πάλι τόσο ανάλαφρος σα φως και σαν αγέρας.

 

 

mpekiari culturecy

Kούλα Μπεκιάρη: Μάνα με παιδί, μετά τον πόλεμο – προσφυγιά (ξυλογραφία όρθιο ξύλο)

 

ΧΙ

Έτσι άχαρη, με ομόρφαινες, κ’ έτσι άμαθη ―για κοίτα―
μες στη ματιά σου διάβαζα της ζωής την αλφαβήτα.

Και μάθαινα από την αρχή, πιο ωραία, τα μαθημένα
και μέτραγα στα δάχτυλα και τάβρισκα όλα ένα.

……………………………….

Τώρα τα μάτια σου έκλεισαν και γω κλείστηκα απ’ έξω
κι ούτε έχω πέτρα να σταθώ και δρόμο πια να τρέξω.

 

 

Ludovico-Mazzolino-Pietà1
Ludovico Mazzolino, Pieta

 

ΧΙΙ

…………………………..…..

Γιέ μου, όλα κάνανε φτερά κι όλα μ’ άφηκαν πίσω,
δεν έχω μάτι για να ιδώ, στόμα για να μιλήσω,

Μόνο βαθιά κι απόμακρα κάτι σα βουή διαβαίνει
κι ακούω την ίδια μου φωνή και φαίνεταί μου ξένη,

……………..…………………

Και πάλι η έρμη ντρέπουμαι, γιόκα μου, εσύ να λείπεις
κι ακόμα εγώ νάχω φωνή ― ξόμπλι φτηνό της λύπης.

 

gaza

Γάζα, Παλαιστίνη. Μάνα…

 

ΧΙΙΙ

…………………………..……

Μα ως κάτι να σε φώναζε μες στη χρυσήν εσπέρα,
πάντα σου αγνάντευες ψηλά και πάντα πάρα πέρα,

Σαν κάποιος φίλος μπιστικός να σφύραε, να σ’ εκάλει
για μια κρυφήν αντάμωση σ’ ανέγνωρο ακρογιάλι.

…………………….…….……

Κ’ έπινα με το σάλιο μου μιας τρυφεράδας γέψη
που εγώ δε μάντευα και συ τάχες όλα μαντέψει.

 

karagiannis culturecy

Αντώνης Καραγιάννης: Η μάνα του κρατούμενου, χαρακτικό

 

XIV

Αχ, γιέ μου, γιέ μου, γιόκα μου, δε δύναμαι άλλο η έρμη,
χτυπούν, χτυπούν τα δόντια μου σα να με πιάνει θέρμη

Και θέλω να κουκουλωθώ πιο πάνου απ’ το κεφάλι
κι ούτε ήλιο πια να ματαïδώ, και να, πετιέμαι πάλι

Να πω, να πω τις χάρες σου, ναν τις ξαναναστήσω
σα νάταν, γιέ μου, μπορετό να σε γυρίσω πίσω.

……………………………….

 

sikeliotis-thrinos

Γιώργος Σικελιώτης, Θρήνος, 1960-65


XV

Στο παραθύρι στέκοσουν κ’ οι δυνατές σου οι πλάτες
φράζαν ακέρια τη μπασιά, τη θάλασσα, τις τράτες

Κι ο ίσκιος σου σαν αρχάγγελος πλημμύριζε το σπίτι
και κει στ’ αυτί σου σπίθιζε η γαζία του αποσπερίτη.

Κ’ είταν το παραθύρι μας η θύρα όλου του κόσμου
κ’ έβγαζε στον παράδεισο που τ’ άστρα ανθίζαν, φως μου.

………………………………

 

 

thompson culturecy
Η Florence Owens Thompson χήρα με εφτά παιδιά, στην Αμερική της οικονομικής κρίσης (1936). Φωτογραφία της Dorothea Lange


XVI

Τι έκανες, γιέ μου, εσύ κακό; Για τους δικούς σου κόπους
την πλερωμή σου ζήτησες απ’ άδικους ανθρώπους.

Λίγο ψωμάκι ζήτησες και σούδωκαν μαχαίρι,
τον ιδρώτα σου ζήτησες και σούκοψαν το χέρι.

………………………..……

Ω, γιέ μου, αυτοί που σ’ έσφαξαν σφαγμένα να τα βρούνε
τα τέκνα τους και τους γονιούς και στο αίμα να πνιγούνε.

………………………………

 

malamos culturecy

Κώστας Μαλάμος: Ξεκλήρισμα, 1946 (Παστέλ)


XVII

………………………..……

Κόσμος περνά και με σκουντά, στρατός και με πατάει
κ’ εμέ το μάτι ουδέ γυρνά κι ουδέ σε παρατάει.

Και, δες, μ’ ανασηκώνουνε χιλιάδες γιους ξανοίγω,
μά, γιόκα μου, απ’ το πλάγι σου δε δύνουμαι να φύγω.

……………………..………

Τώρα οι σημαίες σε ντύσανε. Παιδί μου, εσύ, κοιμήσου,
και γω τραβάω στ’ αδέλφια σου και παίρνω τη φωνή σου.

 

tassou culturecy
«Μάνα με παιδί» (1963), του Α. Τάσσου. Ξυλογραφία σε πλάγιο ξύλο

 

XVIII

……………………..………

Δεν είναι ξόδι τούτο δω, πιότερο γάμος μοιάζει,
δάκρυ και γέλιο, αγάπη, οργή, το κάθε μάτι στάζει.

……………………..………

Πουλί μου, χίλιες δυό ζωές με σένανε με δένουν,
κι όσοι αγαπιούνται, και νεκροί, ποτέ τους δεν πεθαίνουν.

Κι αν δε λυγάω σε προσευχή, τα χέρια κι αν δεν πλέκω,
γιέ μου, το ξέρεις, πιο από πριν τώρα κοντά σου στέκω.

 

farsakidi2 culturecy

«Η Μάνα Παναγιά της Γυάρου», πυρογραφία του Γιώργου Φαρσακίδη

 

XIX

…………………..…………

Για το αίμα πούβαψε τη γης αντρειεύτηκαν τα πλήθια,
―δάσα οι γροθιές, πέλαα οι κραυγές, βουνά οι καρδιές, τα στήθεια.

Έσμιξε η μπλούζα το χακί, φαντάρος τον εργάτη
κι αστράφτουν όλοι μια καρδιά ― βουλή, σφυγμός και μάτι.

Ω, τι όμορφα σαν σμίγουνε, σαν αγαπιούνται οι άνθρωποι,
φεγγοβολάνε οι ουρανοί, μοσχοβολάνε οι τόποι.

Κι όπως περνάν, λεβέντηδες, γεροί κι αδελφωμένοι,
λέω και θα καταχτήσουνε τη γης, την οικουμένη.

……………………………….

 

balafas-xarokamenes-manes
Χαροκαμένες μάνες στην Ήπειρο (1940). Φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα

 

XX

Γλυκέ μου, εσύ δεν χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιέ μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε.

Δες, πλάγι μας περνούν πολλοί, περνούν καβαλλαραίοι, ―
όλοι στητοί και δυνατοί και σαν κ’ εσένα ωραίοι.

Ανάμεσά τους, γιόκα μου, θωρώ σε αναστημένο, ―
το θώρι σου στο θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.

Και γώ η φτωχή και γώ η λιγνή, μεγάλη μέσα σ’ όλους,
με τα μεγάλα νύχια μου κόβω τη γη σε σβώλους

Και τους πετάω κατάμουτρα στους λύκους και στ’ αγρίμια
που μούκαναν της όψης σου το κρούσταλλο συντρίμμια.

Κι ακολουθάς και συ νεκρός, κι ο κόμπος του λυγμού μας
δένεται κόμπος του σκοινιού για το λαιμό του οχτρού μας.

Κι ως τόθελες (ως τόλεγες τα βράδια με το λύχνο)
ασκώνω το σκεβρό κορμί και τη γροθιά μου δείχνω.

Κι αντίς τ’ άφταιγα στήθεια μου να γδέρνω, δες, βαδίζω
και πίσω από τα δάκρυα μου τον ήλιον αντικρύζω.

Γιέ μου, στ’ αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,
σου πήρα το ντουφέκι σου· κοιμήσου, εσύ, πουλί μου.

 

katraki culturecy
Βάσω Κατράκη, χάραξη σε πέτρα

 

 

πηγή: http://atexnos.gr/

street poetry 1

 

για το http://tovivlio.net/

Η ποιητική παραγωγή τις τελευταίες δεκαετίες μοιάζει να περιχαρακώνεται χωρικά σε κλειστούς τοίχους, να περιορίζει το κοινό της. Έγινε μία τέχνη κλειστή, φυλακισμένη, σε παρουσιάσεις, σε ιδιωτικές βραδιές, ενίοτε και μέρος λίγων υπαίθριων φεστιβαλικών δράσεων.
Ας μη λησμονούμε ότι η ποίηση μέχρι σχετικά πρόσφατα ήταν "εξωτερικών χώρων". Απαγγέλλονταν σε υπαίθριες συναθροίσεις πολιτών, σε φεστιβαλικές εκδηλώσεις, σε γιορτές και επετείους ή θρήνους. Από την εποχή των Μυκηναίων αοιδών μέχρι τον Ύστερο νεωτερισμό, η ποίηση ήταν κοινωνική και ανοιχτή, μία τέχνη ελεύθερης έκφρασης. Ο Γιώργης Παυλόπουλος στην ανάγκη του να ανοίξει τη μαγική πόρτα της Ποίησης, αναζητά αντικλείδια στις ποιητικές συνθέσεις αιώνων ώστε να την παραβιάσουμε και να την κάνουμε κτήμα όλων, ακόμα κι εκείνων που την προσπερνούν.
Και είναι πράγματι οξύμωρο, στην εποχή του διαδικτύου και της εντεινόμενης λογοτεχνικής παραγωγής, ότι το χάσμα ανάμεσα στον αναγνώστη και τον ποιητή μεγαλώνει. Η ποίηση συρρικνώνεται σ’ ένα συστελλόμενο σύμπαν, που περιμένει μία νέα τάση, ένα νέο big bag εξωτερίκευσης και οικειοποίησης της τέχνης.

Η ποίηση έχει ανάγκη να γίνει μία τέχνη του δρόμου. Να αγκαλιάσει το γκράφιτι, τα γλυπτά των πλατειών, την άστεγη μουσική. Να κατακτήσει αδόμητους χώρους, να γίνει δρώμενο ερμηνευτικό (performance), να βρεθεί δίπλα στον άνθρωπο, όπως κάθε λαϊκή τέχνη.
Ο δρόμος, ένα πολεοδομικό σύνορο που χωρίζει τσιμεντένιους γίγαντες, αίφνης μεταμορφώνεται σε ζωντανή πολιτιστική αρτηρία στο κορμί της πόλης. Ο δρόμος γίνεται η ενδιάμεση απόσταση προς τον προορισμό (κοινό). Ο δρόμος όμως, όσο κι αν είναι ψυχρός και απρόσωπος, θορυβώδης και οικείος, είναι ταυτόχρονα ένας τόσο οικείος δημόσιος χώρος. Ένα μέρος όπου καταγράφεται ένα τεράστιο σύνολο κοινωνικών συναντήσεων που δε γίνονται επαφές και που μόνο η τέχνη μπορεί να μετεξελίξει σε συναναστροφές.

Ας μην παραβλέπουμε ότι η τέχνη του δρόμου είναι μία τέχνη βιωμένη και σε ευθεία αλληλεπίδραση με το κοινό. Είναι προσβάσιμη και άμεσα αντιτίθεται στην ελιτίστικη αντίληψη για τους καλλιτέχνες. Η φιλαυτία του δημιουργού υποκλίνεται μπροστά στην αμεσότητα με τον περαστικό ακροατή/θεατή. Άλλωστε, η τέχνη του δρόμου είναι αιφνιδιαστική μα και οικεία.
Συχνά ως ποίηση του δρόμου αντιλαμβανόμαστε τα γκράφιτι στίχων. Έτσι όμως φτωχαίνουμε/περιορίζουμε και τη λαϊκή τέχνη και την ποίηση, αφού πρόκειται για επιλεκτική τμηματική αναπαραγωγή συνθέσεων ερήμην συνήθως του δημιουργού (βέβαια την ίδια στιγμή διακρίνεται η αναγνώριση του καλλιτέχνη και στοιχειοθετεί την μορφή οικειοποίηση/συλλογικοποίηση της ατομικής τέχνης).

Είναι ανάγκη ο ποιητής να έρθει σε επαφή με το κοινό, το άγνωστο κοινό. Να αφουγκραστεί το δρόμο, όπως οι εκπρόσωποι των άλλων Τεχνών. Να τον βιώσει στην καθημερινότητά του, στην κίνηση των ανθρώπινων αγχωμένων αλυσίδων, να ακροαστεί δημιουργικά την αλλοτρίωση των ανθρώπινων κρίκων, να εμπνευστεί και να εμπνεύσει. Έτσι, η επαφή -φευγαλέα δίχως τυπικότητες ή ταμπού- αφήνει ανεξίτηλους χρωματισμούς στον ποιητικό καμβά και τη δημιουργική ψυχοσύνθεση. Γιατί τελικά η ποίησης στο δρόμο, στην πλατεία, στον πεζόδρομο απελευθερώνεται. Γίνεται νεανίας, ανανεώνει την τέχνη του λόγου.

Στις δύσκολες εποχές η Τέχνη μπορεί να ενδυναμώσει, να ισχυροποιηθεί, αρκεί να αποζητά νέες φόρμες, νέες εκφραστικές διεξόδους. Δύναται μπορεί όχι μόνο να λειτουργεί ως παρηγοριά σε εποχές αβεβαιότητας, αλλά και να αφυπνίσει. Δεν πρόκειται απλά για επαναστατικό κάλεσμα ούτε για ιαχές ανατροπής. Η Τέχνη με τη διαχείριση του συναισθήματος μπορεί να οδηγήσει στη συνειδητοποίηση.

Ειδικά τα τελευταία έτη της κοινωνικής αμηχανίας και δυσφορίας, η ποίηση μπορεί να λειτουργήσει υπερβατικά συνδέοντας το υπαρξιακό ζήτημα (αναζήτηση νέας ταυτότητας, συλλογική ευθύνη και ομηρία, ατομική εξαθλίωση) με τις κοινωνικές ανάγκες υπό το ανθρωπιστικό πρόταγμα. Άλλωστε, οι ποιητές δε ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας. Είναι οργανικό μέλος της. Και τόσο οι νεώτερη ποιητική γενιά, όσο και οι κοινωνιοϋπαρξιακές ποιητικές συνθέσεις παλαιότερων δημιουργών δείχνουν την τάση εξόδου την ποίησης από τα χαρακώματα του ελιτισμού και της απομόνωσης.
Η ποίηση δημιουργεί συμβολισμούς, ανασυγκροτεί αισθητικά και συναισθηματικά την κοινωνία και επανατοποθετεί ντον Άνθρωπο σε νέο ρόλο. Αμφισβητεί δυνητικά το παρόν και λειτουργεί ως αντίδοτο στη ματαιότητα και την απελπισία. Η ποίηση όχι μόνο καταθέτει προτάσεις, αλλά και προβάλλει όνειρα, θέτει προτεραιότητες, υπερπηδά τα αδιέξοδα. Ανατρέπει το "φυσιολογικό" και δηλητηριάζει το "ρεαλιστικό", επαναδιαπραγματεύεται το ρόλο του ατόμου στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης είναι φιλόλογος και ασχολείται με επιμέλειες κειμένων και εκδόσεων. Ανήσυχος πολιτικά και κοινωνικά δραστηριοποιείται ενεργά στα κοινωνικά κινήματα της Δυτικής Θεσσαλονίκης. Διατηρεί το κοινωνικής και πολιτικής κατεύθυνσης ιστολόγιο "ο δείμος του πολίτη" και το εκδοτικό "στη χώρα των κανιβάλων". Έχει πολλές συγγράψει ιστορικές και κοινωνικές μελέτες. Άρθρα (πολιτικά, εκπαιδευτικά, λογοτεχνικά) του δημοσιεύονται στο tvxs.gr και στα "Ενθέματα" της Κυριακάτικης Αυγής, schooltime.gr, eklogika.gr κ.ά. Έχει συγγράφει τα βιβλία «η δημαγωγία της δημοκρατίας» (πολιτικό δοκίμιο, 2009), «Τοπική Αυτοδιοίκηση, προοπτικές ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών» (δοκιμιακή μελέτη, 2011), «7 δοκίμια» (συλλογή δοκιμίων, 2013), «η οργή της πεταλούδας» (ποιητική συλλογή, 2013) και "η μεσαία τάξη στην αγχόνη της κρίσης» (πολιτικό δοκίμιο, 2014). Έχει πάρει μέρος σε πολλές λογοτεχνικές δράσεις.

More...

No sub-categories to show!
Template Settings

Color

For each color, the params below will give default values
Tomato Green Blue Cyan Pink Purple

Body

Background Color
Text Color

Footer

Select menu
Google Font
Body Font-size
Body Font-family
Direction